Follow Us

Ο Έφηβος με Χρόνιο Νόσημα: Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1

Δρ. Χριστίνα Κανακά-Gantenbein, MD, PhD, FMH

Καθηγήτρια Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας

Α΄ Παιδιατρική Κλινική

Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία»

Η εφηβεία είναι η φάση του περάσματος του παιδιού από την εξάρτηση και τη φροντίδα των γονιών προς την ανεξαρτητοποίηση σε μία πορεία προς την ενηλικίωση. Ο έφηβος έχει την ανάγκη ένταξης στην ομάδα των συνομήλικων, αρνούμενος προοδευτικά τη γονεϊκή γνώμη και καθοδήγηση. Συγκεκριμένα ο έφηβος με χρόνιο νόσημα, όπως ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1, έχει κι αυτός όσο κάθε άλλος έφηβος την ανάγκη να νοιώσει παντοδύναμος και ανεξάρτητος, να απαρνηθεί κάθε τι που τον αναγκάζει να νοιώθει διαφορετικός από την παρέα του.Δυστυχώς ο Σακχαρώδης Διαβήτης τύπου 1 (ΣΔτ1) δεν τοναφήνει να τον ξεχάσει, είναι απαιτητικός, επιζητεί τον αυτοέλεγχο του σακχάρου αίματος τουλάχιστον 4-5 φορές τη μέρα και τη χορήγηση της ινσουλίνης τουλάχιστον αντίστοιχες φορές μέσα στη μέρα με στυλό ή με αντλία συνεχούς έγχυσης ινσουλίνης. Πάρα πολύ συχνά η γλυκαιμική ρύθμιση στον έφηβο με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 επιδεινώνεται στη φάση της εφηβείας, ακριβώς επειδή παραμελεί τον αυτοέλεγχο και τη χορήγηση ινσουλίνης σε μια επαναστατική προσπάθεια του «γιατί εγώ να διαφέρω από τους άλλους;» Ο έφηβος θέλει να ζήσει το σήμερα, το εδώ και τώρα δεν τον συγκινεί ένα αβέβαιο αύριο. Δυστυχώς όμως η επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου επιφέρει και αυξημένο κίνδυνο μακροχρόνιων επιπλοκών όπως της διαβητικής νεφροπάθειας ή της διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας.Όπως κάθε άλλος έφηβος, και ο έφηβος με ΣΔτ1 έχει πλήθος ψυχοσυναισθηματικές μεταβολές και ανάγκες. Χαρακτηριστικά, η έφηβη κοπέλα με Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 1 έχει 2,5 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσει διατροφικές διαταραχές απ’ ότι κάθε άλλο κορίτσι στην εφηβεία που δεν πάσχει από ΣΔ τύπου 1. Οι διατροφικές αυτές διαταραχές μπορεί να υποκρύπτουν καταθλιπτικό συναίσθημα και να επιδεινώσουν την μακροχρόνια ποιότητα ζωής της εφήβου αν δεν αναγνωριστούν και αντιμετωπιστούν έγκαιρα.Επιπλέον, ιδιαίτερα θέματα της εφηβικής και νεαρής ηλικίας θα πρέπει να συζητιώνται με ειλικρίνεια, όπως η σεξουαλικότητα, η χρήση αλκοόλ, καπνίσματος ή ακόμη και ουσιών, που έχουν μία βαρύνουσα σημασία όταν συνυπάρχει και ο διαβήτης.Η αυστηρή απαγόρευση μόνο ανειλικρίνεια μπορεί να επιφέρει, ενώ η σωστή ενημέρωση χωρίς υπερβολικό εκφοβισμό είναι αυτή που θα οδηγήσει σε μία ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ του εφήβου και του Ιατρού του.

Ένα ιδιαίτερο θέμα που αφορά κάθε ασθενή με χρόνιο νόσημα στην εφηβεία είναι η μετάβαση της παρακολούθησής του από τις δομές παροχής υπηρεσιών υγείας των παιδιατρικών νοσοκομείων προς τα νοσοκομεία ενηλίκων, η οποία πρέπει να γίνει ομαλά για να αποφευχθεί η διακοπή της παρακολούθησης. Όπως προαναφέρθηκε, η μετάβαση από την παιδική ηλικία και την εφηβεία προς την ενηλικίωση είναι μία προοδευτική διαδικασία που χαρακτηρίζεται από προοδευτική ανεξαρτητοποίηση αλλά και αναγνώριση των υποχρεώσεων του ατόμου. Συγκεκριμένα ο έφηβος με ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης στη φάση αυτή της μετάβασης αναζητεί την αυτονομία του αλλά πρέπει να έχει επίγνωση και της ευθύνης που σιγά-σιγά αναλαμβάνει για τα θέματα υγείας του. Παράλληλα, η μετάβαση από το γνωστό περιβάλλον του παιδιατρικού Νοσοκομείου και της γνωστής του θεραπευτικής ομάδας προς ένα άγνωστο περιβάλλον Νοσοκομείου ενηλίκων και μία καινούργια θεραπευτική ομάδα μπορεί- αν δεν ετοιμαστεί ομαλά με «γερά θεμέλια»- να καταλήξει σε διακοπή της παρακολούθησης της υγείας και τελικά σε επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου. Η επιδείνωση του γλυκαιμικού ελέγχου μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες όχι μόνο βραχυπρόθεσμα, αλλά και μακροπρόθεσμα στο θέμα των επιπλοκών. Ακριβώς για να αποφευχθεί η αρνητική επίπτωση στην ρύθμιση του εφήβου θα πρέπει η μετάβαση αυτή να ετοιμαστεί με ηρεμία και για ένα μακρύτερο χρονικό διάστημα που επιτρέπει στον έφηβο να έλθει σε επαφή και γνωριμία με το νέο περιβάλλον έχοντας σαν σταθερή βάση αναφοράς, την παιδιατρική θεραπευτική ομάδα. Η χρονική στιγμή κατά την οποία ο έφηβος θα αλλάξει θεραπευτική ομάδα εξαρτάται κατά πολύ και από το χαρακτήρα του, την ιδιοσυγκρασία του, την ωριμότητά του. Πολλά πρότυπα ομαλής μετάβασης έχουν προταθεί ανάλογα με τις υπάρχουσες συνθήκες, δηλαδή είτε οργανώνοντας κοινά σεμινάρια για εφήβους που πρόκειται να μετακινηθούν από την παιδιατρική φροντίδα και στα σεμινάρια αυτά να συμμετέχει τόσο η παιδιατρική θεραπευτική ομάδα όσο και η ομάδα του Νοσοκομείου Ενηλίκων, ή να υπάρχει άμεση επικοινωνία μεταξύ των δύο θεραπόντων, ώστε να νοιώσει ο έφηβος ότι παραδίδεται σε καινούργια μεν χέρια, αλλά έμπιστα χέρια που έχουν ήδη «περάσει από έγκριση» από τον παιδοενδοκρινολόγο που τόσα χρόνια γνωρίζει και αναγνωρίζει τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε εφήβου. Είναι λοιπόν απαραίτητη η μετάβαση του εφήβου με ΣΔτ1 από τα έμπιστα χέρια του Παιδοενδοκρινολόγου προς τον αντίστοιχο συνάδελφο ενηλίκων να ετοιμαστεί προσεκτικά και να δοθεί στον έφηβο η δυνατότητα μετά την πρώτη επίσκεψη στο νέο περιβάλλον να συζητήσει τις νέες του εμπειρίες ή ακόμη και ανησυχίες με τον γνώριμο του παιδοενδοκρινολόγο προτού ανοίξει τα φτερά του για να φύγει τελειωτικά προς τη νέα φωλιά του Διαβητολόγου Ενηλίκων.