Follow Us

Ελεύθερες Ανακοινώσεις (Ε.Α.1 - Ε.Α.5)

Ε.Α.1

ΚΑΠΝΙΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΗΘΕΙΕΣ ΕΦΗΒΩΝ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ.ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΩΝ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ 12 ΕΤΩΝ

Σ. Γεώργα,Γ. Καφαλίδης, Στ. Παραστατίδου, Δ. Αντίοχος, Ά. Καραλή, Α.Αντωνίου, Λ. Κανάρης

Παιδιατρικό Τμήμα ,Γ.Ν. Νίκαιας-Πειραιά «Άγιος Παντελεήμων»-Γ.Ν. Δυτικής Αττικής «Αγία Βαρβάρα», Αθήνα

Εισαγωγή: Παγκοσμίως τό κάπνισμα συνδέεται με υψηλή νοσηρότητα και πρώιμη θνησιμότητα, ενώ υποστηρίζεται, ότι η πλειοψηφία των ενηλίκων-καπνιστών ξεκίνησαν το κάπνισμα στην εφηβεία.

Σκοπός: Να συγκριθούν οι καπνιστικές συνήθειες των εφήβων της Δυτικής Αθήνας σε δύο χρονικές περιόδους με διαφορά 12ετών .

Υλικό –Μέθοδος: Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε σχολεία της Δυτικής Αθήνας σε δύο χρονικές περιόδους. Το 2003 συμμετείχαν 710μαθητές(αγόρια:376,κορίτσια:334,μέση ηλικία:14,9y)και το 2015 συμμετείχαν 696μαθητές(αγόρια:322,κορίτσια:374,μέση ηλικία:14,5y).Οι μαθητές απάντησαν σε ανώνυμα ερωτηματολόγια πολλαπλής επιλογής σχετικά με το κάπνισμα και τις καπνιστικές τους συνήθειες.

Αποτελέσματα:Τα αποτελέσματα της συγκριτικής μελέτης αποτυπώνονται στους πίνακες:

Καπνιστές

Καθημερινοί

καπνιστές

Μέση ηλικία έναρξης

Έναρξη <12y

>1πακέτο /ημέρα(σύνολο συμμετεχόντων)

>1πακέτο/ημέρα (σύνολο καπνιστών)

2003

13,7%

7,7%

15,1y

14,5%

5,0%

36,7%

2015

20,0%

9,0%

14,6y

13,0%

5,2%

25,7%

Διαπιστώθηκε, ότι το ποσοστό των εφήβων-καπνιστών έχει αυξηθεί ,αφού πλέον ο 1 στους 5 έφηβους δηλώνει καπνιστής και η μέση ηλικία έναρξης έχει μειωθεί. Επίσης, οι έφηβοι που καπνίζουν καθημερινά είναι περισσότεροι ,όμως το ποσοστό των εφήβων-καπνιστών που καπνίζει >1 πακέτο/ημέρα είναι σημαντικά μειωμένο(κατά 11%) ,πιθανώς λόγω της οικονομικής κρίσης.

Παθητικό

Κάπνισμα

(σπίτι)

Ενημέρωση για κάπνισμα

Έφηβοι καπνιστές/ οικογενειών καπνιστών

Έφηβοι καπνιστές με γονική συναίνεση

Έφηβοι καπνιστές με φίλους καπνιστές

Πρώτο τσιγάρο προσφορά φίλου

2003

70%

69%

76%

17,9%

81,0%

27,4%

2015

58,9%

83%

79%

25,0%

79,0%

20,0%

Η έκθεση σε παθητικό κάπνισμα στο σπίτι έχει μειωθεί σημαντικά (>10%) και οι μαθητές θεωρούν ότι έχουν καλύτερη ενημέρωση για το κάπνισμα και τις συνέπειες του. Παραμένει ισχυρό το γονικό πρότυπο, αφού οι έφηβοι-καπνιστές προέρχονται κυρίως από οικογένειες καπνιστών, ενώ εντυπωσιάζει η αυξανόμενη ανοχή ορισμένων γονέων στις καπνιστικές συνήθειες των παιδιών τους. Επίσης το φιλικό περιβάλλον συνεχίζει να επιδρά καθοριστικά.

Συμπεράσματα: Το ποσοστό των εφήβων-καπνιστών της περιοχής μας βαίνει ανησυχητικά αυξανόμενο την τελευταία 12ετία ,ενώ αντιθέτως η έκθεση σε παθητικό κάπνισμα(σπίτι) έχει ελαττωθεί. Αυστηρότερη νομοθεσία και σχολικά προγράμματα αγωγής υγείας πιθανώς να συμβάλλουν στην πρόληψη του καπνίσματος.

Ε.Α.2

ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗΣ ΑΛΚΟΟΛ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΑΣ.ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΩΝ ΜΕ ΔΙΑΦΟΡΑ 12 ΕΤΩΝ

Σ. Γεώργα, Γ. Καφαλίδης, Στ. Παραστατίδου, Ρ. Θεοφανοπούλου, Σπ. Κάκκου, Μ. Γαρυφάλλου, Θ. Βλάχου

Παιδιατρικό Τμήμα ,Γ.Ν.Νίκαιας-Πειραιά «Άγιος Παντελεήμων» - Γ.Ν. Δυτικής Αττικής «Αγία Βαρβάρα», Αθήνα

Εισαγωγή: Υποστηρίζεται ότι η πρώιμη κατανάλωση αλκοόλ από την εφηβική ηλικία αυξάνει τον κίνδυνο για μελλοντική κατάχρηση/εξάρτηση.

Σκοπός: Να συγκριθεί η σχέση με το αλκοόλ των εφήβων της Δυτικής Αθήνας σε δύο χρονικές περιόδους με διαφορά 12ετών .

Υλικό –Μέθοδος: Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε σχολεία της Δυτικής Αθήνας σε δύο χρονικές περιόδους. Το 2003 συμμετείχαν 710μαθητές(αγόρια:376,κορίτσια:334,μέση ηλικία:15,1y)και το 2015 συμμετείχαν 686μαθητές(αγόρια:314,κορίτσια:372,μέση ηλικία:15,7y).Οι μαθητές απάντησαν σε ανώνυμα ερωτηματολόγια πολλαπλής επιλογής σχετικά με τις γνώσεις και την σχέση τους με το αλκοόλ.

Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα της συγκριτικής μελέτης αποτυπώνονται στους πίνακες:

Καταναλώνουν αλκοόλ

Μέση ηλικία έναρξης

Ήπιαν αλκοόλ < 12y

Τακτικοί(weekly) καταναλωτές

(συνόλου μαθητών)

Τακτικοί(weekly) καταναλωτές (συνόλου καταναλωτών)

Μπύρα

Βαριά οινοπνευματωδη

2003

63,9%

13,1y

20,5%

45,3%

71,0%

26,5%

18,9%

2015

60,0%

13,4y

17,9%

48,0%

80,0%

50,0%

12,5%

Διαπιστώθηκε, ότι ενώ εμφανίζεται μείωση στο ποσοστό των εφήβων-καταναλωτών αλκοόλ και καθυστέρηση στην μέση ηλικία έναρξης, παράλληλα αυξάνονται οι τακτικοί καταναλωτές, και οι « βαρέως» πότες (>8ποτά/εβδομάδα). Επίσης, προ 12ετίας παρατηρήθηκε υπεροχή των αγοριών στην κατανάλωση αλκοόλ(1,6/1) ,η οποία εξαλείφθηκε. Σημειώνεται στροφή των προτιμήσεων προς ελαφρότερα οινοπνευματώδη.

Heavy drinkers(συνόλου μαθητών)

Heavydrinkers

(συνόλου τακτικών καταναλωτών)

Μέθη

(≥1 φορά)

Ενημέρωση για εθισμό

Έφηβοι πότες/γονείς καθημερινοί πότες

Έφηβοι πότες με γονική συναίνεση

Έφηβοι πότες/φίλοι πότες

2003

1,4%

3,1%

48,6%

61,0%

86,0%

57,6%

72,5%

2015

1,9%

4,0%

53,5%

77,6%

90,0%

66,0%

70,0%

Οι έφηβοι είναι καλύτερα ενημερωμένοι για την εθιστική δράση του αλκοόλ,ωστόσο αναφέρουν κατάχρηση/μέθη σε υψηλότερο ποσοστό. Το γονικό προτύπο παραμένει ισχυρό,ενώ η καθημερινή κατανάλωση αλκοόλ από τους γονείς επιδρά καθοριστικά, όπως και η επιρροή των φίλων. Σημαντικά υψηλό και αυξημένο(συγκριτικά με προ 12ετίας)είναι και το ποσοστό των εφήβων που πίνουν έχοντας γονική συναίνεση.

Συμπεράσματα: Η συχνότητα κατανάλωσης-αλκοόλ μεταξύ των εφήβων της περιοχής μας παραμένει υψηλή με ελαφρά αύξηση της τακτικής–βαριάς κατανάλωσης. Καθώς η εφηβεία συνιστά κρίσιμο αναπτυξιακό στάδιο ,η χρήση/κατάχρηση αλκοόλ αποτελεί μείζον πρόβλημα με βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες συνέπειες.

Ε.Α.3

ΓΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΜΑΘΗΤΩΝ ΓΕΛ ΓΙΑ ΤΑ ΣΜΝ/HPV

Α. Μπαρμπούνη, Α. Στασινού, Κ. Μεράκου

Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Τομέας Δημόσιας & Διοικητικής Υγιεινής

Εισαγωγή: Ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) είναι σεξουαλικά μεταδιδόμενος και έχει τεκμηριωμένη ογκογενετική επίδραση.

Σκοπός: Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η εκτίμηση των γνώσεων, στάσεων και συμπεριφορών μαθητών Γ΄ λυκείου σχετικά με τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα με ιδιαίτερη έμφαση τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV).

Υλικό: Στη μελέτη συμμετείχαν 302 μαθητές τεσσάρων επαγγελματικών λυκείων του Λεκανοπεδίου Αττικής.

Μέθοδος: Η συλλογή των δεδομένων έγινε με τη χρήση δομημένου ερωτηματολογίου.

Αποτελέσματα: Το 64.3% των μαθητών ήταν Ελληνικής καταγωγής και η μέση ηλικία ήταν 17.5 ετών. Το 75% των μαθητών είχαν ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφήστις ηλικίες 15-17 ετών. Η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών (94,4%) αναγνώριζε το προφυλακτικό ως τον ασφαλέστερο τρόπο πρόληψης των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων. Το 15% χρησιμοποίησε ή χρησιμοποιεί αντισυλληπτικά χάπια. Από αυτούς το 6.2% χρησιμοποιεί και προφυλακτικό, ενώ το 71.7% αρκείται μόνο στα χάπια. Το 60.6% δε γνώριζε τη σχέση του HPV με τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Ένας στους τέσσερις μαθητές δε γνώριζε την ύπαρξη εμβολίου (25,5%), ενώ μόνο το 2,6% των κοριτσιών είχε εμβολιασθεί.


Ε.Α.4

ΔΕΞΙΟΤΗΤΕΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΟΥ ΣΤΡΕΣ ΜΑΘΗΤΩΝ ΛΥΚΕΙΟΥ

Κ. Μεράκου, Μ. Μίχα, Α. Μπαρμπούνη

Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Τομέας Δημόσιας & Διοικητικής Υγιεινής

Εισαγωγή: Τα άτομα που διαχειρίζονται με επιτυχία το στρες έχουν καλύτερη σωματική και ψυχική υγεία.

Σκοπός: H διερεύνηση δεξιοτήτων διαχείρισης του στρες μαθητών Β΄ και Γ΄Λυκείου και η συσχέτιση της με τις πανελλήνιες εξετάσεις και άλλα δημογραφικά χαρακτηριστικά.

Υλικό: Στη μελέτη συμμετείχαν 150 μαθητές των δύο τελευταίων τάξεων Λυκείου που φοιτούσαν σε φροντιστήρια της Αθήνας.

Μέθοδος: Για τη συλλογή των δεδομένων χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα SOC-13 του Α. Antonovsky, η οποία μετρά τις δεξιότητες διαχείρισης του στρες. Διαιρείται σε 3 υποκλίμακες (κατανόηση, διαχείριση και νοηματοδότηση).

Αποτελέσματα: Το δείγμα αποτελείται από 150 μαθητές. Επίσης, το 56,0% πήγαιναν στη Γ’ λυκείου. Το 50,7% ήταν κορίτσια. Το 51,5% της Β’ και το 75% της Γ΄Λυκείου ένιωθαν μέτριο ή πάρα πολύ άγχος (p=0.014). Η μέση τιμή της SOC ήταν 125,6+17,7 ενώ στις υποκλίμακες τη χαμηλότερη μέση τιμή έλαβε η νοηματοδότηση (37,3+7,0) σε σχέση με την κατανόηση (43,1+7,8) και την διαχείριση (45,1+7,9). Από τα δημογραφικά χαρακτηριστικά μόνο ο αριθμός των ατόμων που έμεναν μαζί βρέθηκε να προβλέπει και να σχετίζεται ανεξάρτητα με τη βαθμολογία της SOC (β=-3,01, SE=1,17, p=0,011).

Συμπεράσματα: Είναι αναγκαίο να υλοποιούνται προγράμματα πρόληψης και διαχείρισης του στρες στο σχολείο που θα ενισχύουν την εσωτερική συγκρότηση των μαθητών που θεωρείται προστατευτικός παράγοντας για την υγεία.

Ε.Α.5

ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ

Α. Μπαρμπούνη, Μ. Κοντού, Κ. Μεράκου

Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Τομέας Δημόσιας & Διοικητικής Υγιεινής

Εισαγωγή: Η παιδική παχυσαρκία είναι μια από τις πιο συχνές διατροφικές παθήσεις και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη δημόσια υγεία τόσο των αναπτυγμένων όσο και των αναπτυσσόμενων χωρών. Τις τελευταίες δυο δεκαετίες, η αλλαγή στις διατροφικές συνήθειες και στον τρόπο ζωής είχε ως αποτέλεσμα ο αριθμός των υπέρβαρων και των παχύσαρκων παιδιών να αυξάνεται διεθνώς. Στην Ελλάδα, παρατηρείται ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό υπέρβαρων και παχύσαρκων παιδιών.

Σκοπός: Η διερεύνηση, καταγραφή και αξιολόγηση των παραγόντων που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της παιδικής παχυσαρκίας.

Υλικό και μέθοδος:Στη μελέτη, η οποία έλαβε χώρα από τις 15 Σεπτεμβρίου 2014 έως τις 30 Νοεμβρίου 2014, έλαβαν μέρος 100 παιδιά ηλικίας 6 έως 12 ετών, σε κέντρο μελέτης της Δυτικής Αττικής. Έγινε εκτίμηση της συσχέτισης του ΔΜΣ των παιδιών με: το ΔΜΣ των γονέων, το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο των γονέων, τον αριθμό των γευμάτων, την κατανάλωση πρωινού και σνακ ή/και αναψυκτικών, τη σωματική δραστηριότητα και τη ψυχολογική κατάσταση του παιδιού. Εργαλείο συλλογής των δεδομένων αποτέλεσε το ερωτηματολόγιο DEBQ.

Αποτελέσματα: Το 74,0% των μαθητών είχε φυσιολογικό ΔΜΣ, το 17,0% ήταν υπέρβαροι και το 9,0% ήταν παχύσαρκοι. Ακόμα, το 65,0% των μαθητών είχαν μητέρα με φυσιολογικό ΔΜΣ, το 32,0% είχε υπέρβαρη μητέρα και το 3,0% παχύσαρκη μητέρα. Τα μισά παιδιά τρώνε καθημερινά πρωινό και το 48,0% τρώει/πίνει σνακ/αναψυκτικό καθημερινά. Το 49,0% των παιδιών ασκούνταν. Το 25,0% των μαθητών ασκούνταν πάνω από 2,5 ώρες την εβδομάδα. Το 54,0% των μαθητών είχαν εξωγενείς παράγοντες, το 14,0% συναισθηματικούς και το 32,0% είχαν περιοριστικούς. Τα παιδιά που είχαν υπέρβαρη/παχύσαρκη μητέρα είχαν 10,22 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα/παχύσαρκα σε σύγκριση με τα παιδιά που είχαν μητέρα με φυσιολογικό ΔΜΣ. Όσο περισσότερο τρώνε για συναισθηματικούς ή εξωγενείς λόγους, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα να είναι υπέρβαρα/παχύσαρκα. Τέλος, τα παιδιά που έτρωγαν κάθε μέρα πρωινό είχαν κατά 87% μειωμένη πιθανότητα να είναι υπέρβαρα/παχύσαρκα σε σύγκριση με τα παιδιά που δεν έτρωγαν κάθε μέρα πρωινό.

Συμπεράσματα: Τα παρόντα αποτελέσματα υπογραμμίζουν την ανάγκη διεξαγωγής μελλοντικών ερευνών και παρεμβάσεων για την πρόληψη και αντιμετώπιση της παιδικής παχυσαρκίας.

Λέξεις-Κλειδιά: παιδική παχυσαρκία, σχολική ηλικία, δείκτης μάζας σώματος, αριθμός γευμάτων.