Follow Us

Ελεύθερες Ανακοινώσεις (Ε.Α.19 - Ε.Α.24)

Ε.Α.19

Ο ΔΕΙΚΤΗΣ ΤΡΙΓΛΥΚΕΡΙΔΙΑ/INΣΟΥΛΙΝΗ ΤyG ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΙΝΣΟΥΛΙΝΟΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ

Ε. Δικαιάκου, Ε. Βλαχοπαπαδοπούλου, Ι. Παναγιωτόπουλος, Μ. Καφετζή, Ε. Καλουμένου, Α.Φωτεινού, Σ. Μιχαλάκος

Ενδοκρινολογικό Τμήμα-Αύξησης και Ανάπτυξης

Βιοχημικό-Ορμονολογικό Τμήμα, Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Αθηνών «Π. & Α. Κυριακού»

Σκοπός: Ο κύριο σκοπός της μελέτης μας ήταν να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ του δείκτη τριγλυκερίδια/γλυκόζη (TyG Index) και των δεικτών ινσουλινοαντίστασης HOMAκαι MATSUDAπροκειμένου να δειχθεί αν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης πρόβλεψης της αντίστασης στην ινσουλίνη στα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά και εφήβους. Επιπλέον μελετήθηκε η σχέση του δείκτη τριγλυκεριδίων/ High-density lipoprotein (TG / HDL) με την αντίσταση στην ινσουλίνη, και η σχέση και των δυο δεικτών με τη θυρεοειδική λειτουργία, την περίμετρο μέσης και το Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ).

Μέθοδοι: Οι δείκτες TyG και TG / HDL αξιολογήθηκαν σε ένα δείγμα 534 παιδιών και εφήβων, από τα οποία 12,9 % ήταν υπέρβαρα και 87,1 % παχύσαρκα, με μέση ηλικία 10,8 ± 2,3 χρόνια, καθώς και ο δείκτης HOMA. Σε 95 παιδιά από αυτά (47 αγόρια και 48 κορίτσια) με μέση ηλικία 10,7 ±2,2 έτη, υπολογίστηκαν οι δείκτες HOMA και Matsuda. Ο δείκτης TyG υπολογίστηκε ως ln [τριγλυκερίδια (mg / dl) × γλυκόζη νηστείας (mg / dl) / 2].

Αποτελέσματα: Oι δείκτες TyG και TG / HDL συσχετίστηκαν σημαντικά και θετικά (ρ <0,001) με το δείκτη ΗΟΜΑ, με συντελεστές συσχέτισης ίσους με 0,54 και 0,55, αντίστοιχα. Επίσης, οι δείκτες TyG και TG / HDL συσχετίστηκαν σημαντικά και αρνητικά (p <0,001) με το δείκτη Matsuda με συντελεστές συσχέτισης ίσους με -0,55 και -0,34, αντίστοιχα. Ο δείκτης TyG συσχετίστηκε θετικά με το δείκτη TG / HDL (r = 0,81, p <0,001). Επιπλέον, οι TyG και TG / HDL δεν βρέθηκαν να έχουν σημαντική συσχέτιση με την TSH, αλλά τα επίπεδα της TSH συσχετίστηκαν με ΗΟΜΑ (r = 0,23, p = 0,039) και του δείκτη Matsuda (r = -0,33, ρ = 0,003). Υψηλότερες μέσες τιμές του δείκτη TyG βρέθηκαν στα παιδιά και τους εφήβους με αντίσταση στην ινσουλίνη (8,31 ± 0,47 έναντι 7,87 ± 0,43, p <0,001), καθώς και υψηλότερα επίπεδα του δείκτη TG / HDL μετρήθηκαν αντίστοιχα (1,53 ± 0,89 έναντι 2,60 ± 2,34, p = 0,011). Τέλος οι δείκτες TyG και TG / HDL βρέθηκαν να παρουσιάζουν σημαντική και θετική συσχέτιση με το ΔΜΣ και την περίμετρος της μέσης.

Συμπεράσματα: Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω δεδομένα, ο δείκτης TyG είναι μια απλή και οικονομική μέτρηση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βοηθητικός δείκτης στην ανάδειξη της αντίστασης στην ινσουλίνη μεταξύ των παιδιών και εφήβων.

Ε.Α.20

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΜΜΗΝΟΡΡΥΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ ΜΕ ΨΥΧΟΓΕΝΗ ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΤΥΧΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΠΑΝΑΣΙΤΙΣΗΣ

Β. Καρούντζος, Π. Τσίμαρης, Α.Τσίτσικα,Κ. Δημόπουλος, Ε. Στεργιώτη, Φ. Μπακοπούλου, Ν. Αθανασόπουλος, Γ. Πανοτόπουλος, Ρ. Μήτσης, Κ. Πανουλής, Ε. Δεληγεώρογλου

Tμήμα Παιδικής-Εφηβικής Γυναικολογίας & Επανορθωτικής Χειρουργικής, Β’ Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Αρεταίειον» Νοσοκομείο, Αθήνα, Ελλάδα

Μονάδα Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.), Β’ Παιδιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νοσοκομείο «Π. & A. Κυριακού”, Αθήνα, Ελλάδα

Ειδικό Κέντρο Εφηβικής Ιατρικής (Ε.Κ.Ε.Ι.), Έδρα UNESCO Εφηβικής Ιατρικής, Α΄ Παιδιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Αθήνα, Ελλάδα

Εισαγωγή-Σκοπός: Να εκτιμηθεί ο ρόλος της ανάκτησης της εμμήνου ρύσεως στην ψυχοπαθολογία των εφήβων με Ψυχογενή Ανορεξία (ΨΑ) μετά από επιτυχή εφαρμογή προγράμματος επανασίτισης.

Υλικό και Μέθοδος: Προοπτική μελέτη 35 εφήβων που προσήλθαν με δευτεροπαθή αμηνόρροια και διεγνώσθησαν με ΨΑ με βάση τα κριτήρια DSM-IV και ακολούθησαν επιτυχές πρόγραμμα επαναπρόσληψης βάρους μέχρι την ανάκτηση της εμμήνου ρύσεώς τους (2 διαδοχικές εμμηνορρυσίες). Σε όλες τις έφηβες ελήφθη ενδελεχές ιστορικό, πραγματοποιήθηκε κλινική εξέταση, εκτιμήθηκε η ψυχοπαθολογία τους μέσω του ερωτηματολογίου συνηθειών διατροφής (EAT-26) και μετρήθηκε ο ΔΜΣ, η περίμετρος μέσης, η περίμετρος ισχίου και υπολογίσθηκε ο λόγος αυτών. Παράλληλα, έγινε ανάλυση των FSH, LH, E2, TSH, FT3, FT4, ινσουλίνης και κορτιζόλης, ενώ πραγματοποιήθηκε σωματομετρική ανάλυση με τη μέθοδο της διπλής απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ, τόσο στην αρχική, όσο και στην τελική κατάσταση.

Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία πρώτης επίσκεψης, ο μέσος ΔΜΣ, η μέση περίμετρος μέσης και η μέση περίμετρος ισχίου κατά την πρώτη επίσκεψη ήταν 16,83±0,89 έτη, 16,95±0,64 Kg/m2, 61,11±1,79 εκ. και 78,17±2,53 εκ. αντίστοιχα. Η βαθμολογία του ερωτηματολογίου ήταν 24±1,41 κατά την πρώτη επίσκεψη και 19,34±1,75 μετά την έλευση της εμμήνου ρύσεως (p<0,05). Η αύξηση του ποσοστού του ολικού λιπώδους ιστού και του λιπώδους ιστού του κορμού συσχετίσθηκαν αρνητικά με τη βαθμολογία του EAT-26 (r=-0,448, p=0,07 και r=-0,393, p=0,02 αντίστοιχα), η οποία φαίνεται πως επηρεάζεται από την έλευση της εμμήνου ρύσεως, καθώς κατά την εφαρμογή των μοντέλων της παλινδρόμησης ανεδείχθη πως η αύξηση ποσοστού του ολικού λιπώδους ιστού και του λιπώδους ιστού του κορμού μπορούν να προβλέψουν ισχυρά την ανάκτηση της εμμηνορρυσίας.

Συμπεράσματα: Ανεδείχθη στατιστικά σημαντική διαφορά (p<0,05) μεταξύ των βαθμολογιών του EAT-26 πριν και μετά την έλευση της εμμήνου ρύσεως σε έφηβες με ΨΑ. Παράλληλα, η ανάκτηση της εμμήνου ρύσεως, ως αποτέλεσμα της αύξησης του ποσοστού του ολικού λιπώδους ιστού και του λιπώδους ιστού του κορμού, οδηγούν στη βελτίωση των βαθμολογιών του εν λόγω ερωτηματολογίου.

Ε.Α.21

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΒΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΗΣ

ΙΝΔΟΥΛΙΝΗΣ, ΣΕ ΕΦΗΒΕΣ ΜΕ ΨΥΧΟΓΕΝΗ ΑΝΟΡΕΞΙΑ ΠΟΥ ΑΝΕΚΤΗΣΑΝ ΤΗΝ ΕΜΜΗΝΟΡΡΥΣΙΑ ΤΟΥΣ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΠΙΤΥΧΗ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΛΗΨΗ ΒΑΡΟΥΣ, ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΠΑΝΗΛΘΕ Η ΕΜΜΗΝΟΣ ΡΥΣΗ

Β. Καρούντζος, Π. Τσίμαρης, Α.Τσίτσικα, Κ. Δημόπουλος, Ε. Στεργιώτη, Φ. Μπακοπούλου, Ν. Αθανασόπουλος, Γ. Πανοτόπουλος, Ρ. Μήτσης, Κ. Πανουλής, Ε. Δεληγεώρογλου

Τμήμα Παιδικής-Εφηβικής Γυναικολογίας & Επανορθωτικής Χειρουργικής, Β’ Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Αρεταίειον» Νοσοκομείο, Αθήνα, Ελλάδα

Μονάδα Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.), Β’ Παιδιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νοσοκομείο «Π. & A. Κυριακού», Αθήνα, Ελλάδα

Ειδικό Κέντρο Εφηβικής Ιατρικής (Ε.Κ.Ε.Ι.), Έδρα UNESCO Εφηβικής Ιατρικής, Α΄ Παιδιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Αθήνα, Ελλάδα

Εισαγωγή-Σκοπός: Να εκτιμηθούν οι μεταβολές των επιπέδων της ινσουλίνης σε έφηβες με Ψυχογενή Ανορεξία (ΨΑ) που επανέκτησαν την εμμηνορρυσία τους, μετά από επιτυχή επαναπρόσληψη βάρους.

Υλικό και Μέθοδος: Προοπτική μελέτη 35 εφήβων (Ομάδα Α) που προσήλθαν με δευτεροπαθή αμηνόρροια και διεγνώσθησαν με ΨΑ με βάση τα κριτήρια DSM-IV και ακολούθησαν επιτυχές πρόγραμμα επαναπρόσληψης βάρους μέχρι την ανάκτηση της εμμήνου ρύσεώς τους (2 διαδοχικές εμμηνορρυσίες) και 25 εφήβων (Ομάδα Β) παρόμοιας ηλικίας, ΔΜΣ και σωματομετρικών παραμέτρων, που προσήλθαν με δευτεροπαθή αμηνόρροια και διεγνώσθησαν με ΨΑ με βάση τα ίδια κριτήρια αλλά δεν ανέκτησαν την εμμηνορρυσία τους, παρά την οριοθέτηση του ΔΜΣ εντός φυσιολογικών ορίων. Σε όλες τις έφηβες καταγράφηκε ο ΔΜΣ, η περίμετρος μέσης, η περίμετρος ισχίου, υπολογίσθηκε ο λόγος αυτών και μετρήθηκαν οι FSH, LH, E2, TSH, FT3, FT4, ινσουλίνη και κορτιζόλη, ενώ έγινε σωματομετρική ανάλυση με τη μέθοδο της διπλής απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ, τόσο στην αρχική, όσο και στην τελική κατάσταση των δύο υπο-ομάδων.

Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία πρώτης επίσκεψης, ο μέσος ΔΜΣ, η μέση περίμετρος μέσης και η μέση περίμετρος ισχίου κατά την πρώτη επίσκεψη για την Ομάδα Α ήταν 16,83±0,89 έτη, 16,95±0,64 Kg/m2, 61,11±1,79 εκ. και 78,17±2,53 εκ. αντίστοιχα και για την Ομάδα Β, 17,03±1,27 έτη, 16,75±0,71 Kg/m2, 60,16±2,72 εκ. και 77,48±3,24 εκ. αντίστοιχα. Κατά το πέρας του επιτυχούς προγράμματος επανασίτισης και την οριοθέτηση των σωματομετρικών παραμέτρων εντός φυσιολογικών ορίων, τα επίπεδα της ινσουλίνης για την Ομάδα Α ήταν 5,93±0,53 μIU / ml, ενώ για την Ομάδα Β 4,87±0,54 μIU / ml (p<0,05). Παράλληλα, μεταξύ των Ομάδων Α και Β παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των επιπέδων του ολικού λιπώδους ιστού και του λιπώδους ιστού του κορμού (p<0,05) στο πέρας της επανασίτισης.

Συμπεράσματα: Ανεδείχθη στατιστικά σημαντική διαφορά (p<0,05) μεταξύ των επιπέδων της ινσουλίνης στο πέρας της επιτυχούς πρόσληψης βάρους, για την Ομάδα Α και Β, κάτι που μπορεί να εξηγηθεί από τις στατιστικά σημαντικές διαφορές τόσο στον ολικό λιπώδη ιστό, όσο και στο λιπώδη ιστό του κορμού μεταξύ των δύο υποομάδων. Απαιτούνται περισσότερες μελέτες, με μεγαλύτερο δείγμα, για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.

Ε.Α.22

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΠΕΔΩΝ ΤΗΣ ΚΟΡΤΙΖΟΛΗΣ ΣΕ ΕΦΗΒΕΣ ΜΕ ΨΥΧΟΓΕΝΗ ΑΝΟΡΕΞΙΑ, ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΜΜΗΝΟΥ ΡΥΣΕΩΣ, ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΕΠΙΤΥΧΟΥΣ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΕΠΑΝΑΣΙΤΙΣΗΣ

Β. Καρούντζος, Π. Τσίμαρης, Α.Τσίτσικα, Κ. Δημόπουλος, Ε. Στεργιώτη, Φ. Μπακοπούλου, Ν. Αθανασόπουλος, Γ. Πανοτόπουλος, Ρ. Μήτσης, Κ. Πανουλής, Ε. Δεληγεώρογλου

Τμήμα Παιδικής-Εφηβικής Γυναικολογίας & Επανορθωτικής Χειρουργικής, Β’ Μαιευτική-Γυναικολογική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Αρεταίειον» Νοσοκομείο, Αθήνα, Ελλάδα

Μονάδα Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.), Β’ Παιδιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νοσοκομείο «Π. & A. Κυριακού», Αθήνα, Ελλάδα

Ειδικό Κέντρο Εφηβικής Ιατρικής (Ε.Κ.Ε.Ι.), Έδρα UNESCO Εφηβικής Ιατρικής, Α΄ Παιδιατρική Κλινική, Ιατρική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Αθήνα, Ελλάδα

Εισαγωγή-Σκοπός: Να εκτιμηθούν οι μεταβολές των επιπέδων της κορτιζόλης σε έφηβες με Ψυχογενή Ανορεξία (ΨΑ) πριν και μετά την ανάκτηση της εμμηνορρυσίας, μετά από επιτυχή εφαρμογή προγράμματος επανασίτισης.

Υλικό και Μέθοδος: Προοπτική μελέτη 35 εφήβων που προσήλθαν με δευτεροπαθή αμηνόρροια και διεγνώσθησαν με ΨΑ με βάση τα κριτήρια DSM-IV και ακολούθησαν επιτυχές πρόγραμμα επαναπρόσληψης βάρους μέχρι την ανάκτηση της εμμήνου ρύσεώς τους (2 διαδοχικές εμμηνορρυσίες). Σε όλες τις έφηβες μετρήθηκε ο ΔΜΣ, η περίμετρος μέσης, η περίμετρος ισχίου, υπολογίσθηκε ο λόγος αυτών, καθώς και οι FSH, LH, E2, TSH, FT3, FT4, ινσουλίνη και κορτιζόλη, ενώ έγινε σωματομετρική ανάλυση με τη μέθοδο της διπλής απορροφησιομετρίας ακτίνων Χ, τόσο στην αρχική, όσο και στην τελική κατάσταση.

Αποτελέσματα: Η μέση ηλικία πρώτης επίσκεψης, ο μέσος ΔΜΣ, η μέση περίμετρος μέσης και η μέση περίμετρος ισχίου κατά την πρώτη επίσκεψη ήταν 16,83±0,89 έτη, 16,95±0,64 Kg/m2, 61,11±1,79 εκ. και 78,17±2,53 εκ. αντίστοιχα. Ανευρέθη στατιστικά σημαντική διαφορά (p<0,05) όσον αφορά τον ΔΜΣ, την περίμετρο μέσης, την περίμετρο ισχίου, τον λόγο αυτών, τις FSH, LHE2, TSH, FT3, FT4 και την ινσουλίνη μεταξύ της αρχικής και τελικής κατάστασης. Τα επίπεδα της κορτιζόλης ήταν 616,43±26,72 nmol/lκατά την πρώτη επίσκεψη και 571,14±34,86 nmol/lκατά την έλευση της εμμήνου ρύσεως (p<0,05). Παράλληλα, παρατηρήθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά (p<0,05) μεταξύ των επιπέδων του ποσοστού του ολικού λιπώδους ιστού και του λιπώδους ιστού του κορμού, πριν και μετά την ανάκτηση της εμμηνορρυσίας. Κατά την εφαρμογή των μοντέλων της παλινδρόμησης ανεδείχθη πως η μείωση των επιπέδων της κορτιζόλης, μπορεί να προβλέψει ισχυρά την αύξηση του ποσοστού του ολικού λιπώδους ιστού και του ποσοστού του λιπώδους ιστού του κορμού και η αύξηση των δύο τελευταίων την έλευση της εμμήνου ρύσεως.

Συμπεράσματα: Ανευρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά (p<0,05) μεταξύ των επιπέδων της κορτιζόλης πριν και μετά την έλευση της εμμήνου ρύσεως, ενώ αναδείχθηκε η ισχυρή προγνωστική αξία της κορτιζόλης για την αύξηση του ποσοστού του ολικού λιπώδους ιστού και του λιπώδους ιστού του κορμού.

Ε.Α.23

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΚΑΙ ΠΕΠΟΙΘΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ, ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΜΕ ΤΟ ΔΕΙΚΤΗ ΜΑΖΑΣ ΣΩΜΑΤΟΣ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΡΑΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΓΕΙΑ (ΕΣΠΑ,MIS 301205)

Β. Καραγιάννη, Ε. Βλαχοπαπαδοπούλου, Θ.Ψαλτοπούλου, Δ. Κουτσούκη, Γ. Μπογδάνης, Φ. Καραχάλιου, Ι. Μανιός, Α. Παπαδαπούλου, Α.Χατζάκης, Στ. Μιχαλάκος

Τμήμα Δημόσιας & Κοινοτικής Υγείας ΤΕΙ Αθήνας

Ενδοκρινολογικό Τμ. Νοσοκομείο Παίδων «Π.& Α. Κυριακού»

Εργαστ. Υγιεινής Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ,

ΣΕΦΑ.Α. ΕΚΠΑ

Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο

Τμήμα Δημόσιας Υγείας , Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού»

Εισαγωγή: Η παιδική παχυσαρκία αποτελεί ένα από τα συχνότερα προβλήματα υγείας με σημαντικές άμεσες και μακροπρόθεσμες συνέπειες.

Σκοπός: Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι:

-η εκτίμηση του επιπολασμού της παχυσαρκίας μεταξύ των εφήβων μεταξύ 12 και 15 ετών

-Η διάκριση των παραγόντων κινδύνου μέσα από τις διατροφικές τους συμπεριφορές, τον τρόπο ζωής και τις πεποιθήσεις που σχετίζονται με την υπερβαρότητα και την παχυσαρκία στους εφήβους

Υλικό-Μέθοδος:Το δείγμα επιλέχθηκε με στρωματοποίηση των μαθητών και εφαρμογή PPS (probabilityproportionaltosize) και οι μετρήσεις ολοκληρώθηκαν σε 73 δημόσια Γυμνάσια. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω ερωτηματολογίων που συμπλήρωσαν οι έφηβοι και περιελάμβαναν ερωτήσεις για τις διατροφικές τους συμπεριφορές και τη φυσική τους δραστηριότητα καθώς και τις αντίστοιχες πεποιθήσεις τους για τα ανωτέρω σε σχέση και με την υπερβαρότητα/παχυσαρκία, Χρησιμοποιήθηκαν μέτρα περιγραφικής στατιστικής καθώς και μονομεταβλητά και πολυμεταβλητά διατακτικά λογιστικά μοντέλα (ordinallogisticmodels).

Aποτελέσματα:To δείγμα περιελάμβανε 5718 εφήβους από τους οποίους οι 2849 αγόρια (49.83%) και οι 2868 κορίτσια (50.16%%). Το 24.58% των εφήβων ήταν υπέρβαροι (95% CI22.57%-24.79%) και το 6.74% (95% CI : 5.8%-7.17%) ήταν παχύσαρκοι. Ο λόγος σχετικών πιθανοτήτων να είναι ο έφηβοςυπέρβαρος/παχύσαρκος ήταν 1,43 φορές υψηλότερος για τα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια Προστατευτικό ρόλο στην αύξηση του βάρους προκύπτει να έχουν: η αύξηση έστω και σε μικρό βαθμό της φυσικής δραστηριότητας (OR:0.46:95%CI:0.22-0.95), η κατανάλωση προϊόντων στο πρωινό και στο δεκατιανό όπως αντίστοιχα το πλήρες γάλα (OR:0.78 ,95% CI : 0.65- 0.95) και το ψωμί (OR:0.60,95% CI : 0.43- 0.84), καθώς και οι λιγότερο αρνητικές πεποιθήσεις για ορισμένα τρόφιμα (ζαχαρούχα ή αλμυρά snacks:OR: 0.78 ,95%CI :0.62-0.99) και η μικρότερη εμμονή στο να γίνουν πιο λεπτοί(OR:0,61: 95%CI :0.49- 0.77).

Συμπεράσματα: Η παρούσα μελέτη επιβεβαιώνει την σχέση μεταξύ έλλειψης φυσικής δραστηριότητας και παχυσαρκίας υπερβαρότητας καθώς και την αξία των ενδιάμεσων γευμάτων ενώ σημαντικό εύρημα αποτελέι η ανάδειξη ως παράγοντα κινδύνου για τους υπέρβαρους/παχύσαρκους εφήβους τις έντονα στερητικές δίαιτες και την εμμονή με την απώλεια βάρους .

Ε.Α.24

ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΙΔΙΟΠΑΘΟΥΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΑΔΡΕΝΑΡΧΗΣ ΣΕ ΜΕΤΕΦΗΒΙΚΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ

Ε. Βλαχοπαπαδοπούλου, Ε. Καλούμενου, Η. Χρηστάκη, Α. Φωτεινού, Μ. Βακάκη, Σ. Μιχαλάκος

Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Μονάδα Αύξησης & Ανάπτυξης

Νοσοκομείο Παίδων «Π.& Α. Κυριακού», Αθήνα

Ορμονολογικó Εργαστήριο, Νοσοκομείο Παίδων «Π.& Α. Κυριακού», Αθήνα

Ακτινολογικó Τμήμα, Νοσοκομείο Παίδων «Π.& Α. Κυριακού», Αθήνα

Εισαγωγή:Η ιδιοπαθής πρώιμη αδρεναρχή είναι μια καλοήθης κατάσταση, ή μέρος του μεταβολικού συνδρόμου; Μελέτες έχουν δείξει αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης πρώιμης αδρεναρχής σε κορίτσια που έχουν γεννηθεί μικρόσωμα για την ηλικία κύησης τα οποία έχουν και αυξημένη πιθανότητα για να αναπτύξουν μεταβολικό σύνδρομο. Τα κορίτσια με πρώιμη αδρεναρχή βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για να αναπτύξουν σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών κατά την ενήλικο ζωή; Χρειάζεται παρακολούθηση των ασθενών μέχρι την ενήλικο ζωή;

Σκοπός: Να διερευνηθεί κατά πόσο η πρώιμη αδρεναρχή σε κορίτσια συσχετίζεται με ιστορικό χαμηλού βάρους γέννησης και με αυξημένο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) κατά τη διάγνωση. Περαιτέρω να διερευνηθεί η συσχέτιση με όψιμες επιπτώσεις, συγκεκριμένα με την εμφάνιση παχυσαρκίας, διαταραχών του κύκλου, συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών.

Μέθοδοι: Πρόκειται για αναδρομική μελέτη παρακολούθησης. Από το αρχείο των κοριτσιών που παρακολουθούνταν στο τμήμα τη δεκαετία 1993-2003 καταγράφηκε το βάρος γέννησης, ύψος και βάρος στην πρώτη επίσκεψη, επίπεδαDHEAS, αποτέλεσμα της δοκιμασίας διέγερσης με ACTH, η ηλικία εμμηναρχής της μητέρας τους καθώς και εάν υπήρχε οικογενειακό ιστορικό συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών. Ασθενείς με μη κλασσική συγγενή υπερπλασία των επινεφριδίων δεν περιελήφθησαν στη μελέτη. Στη συνέχεια οι γονείς ή ίδια η νεαρή γυναίκα κλήθηκε να συμμετέχει σε μελέτη, μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας, όπου απάντησε σε ημιδομημένο ερωτηματολόγιο σχετικά με την ηλικία εμμηναρχής, περιοδικότητας εμμήνου ρύσεως, εμμένουσας ακμής, δασυτρυχισμού. Επίσης ζητήθηκε και καταγράφηκε το ύψος και βάρος την ημέρα της επικοινωνίας καθώς και εάν είχε γίνει υπερηχογραφικός έλεγχος ωοθηκών και το αποτέλεσμα αυτού. Συμμετείχαν 68 νεαρές γυναίκες.

Αποτελέσματα:Χαμηλό βάρος γέννησης για ηλικία κύησης είχαν το 10,2% των κοριτσιών του δείγματος. Θετικό οικογενειακό ιστορικό (μητέρα των κοριτσιών) πολυκυστικών ωοθηκών βρέθηκε σε 22% του δείγματος. Μέση ηλικία διάγνωσης της πρώιμης αδρεναρχής 7,8 +0.9 χρ., ΔΜΣ18,6 +2,7 , το 44% των κοριτσιών ήταν υπέρβαρες και το 19% ήταν παχύσαρκες. Κατά τον επανέλεγχο η μέση ηλικία ήταν 16,8 +2,6χρ., ΔΜΣ 19,1 +3,7χρ., το 6,5 %ήταν υπέρβαρες και 0 % παχύσαρκες.
Το 14,7 % είχε διαγνωσμένο σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η μέση ηλικία εμμηναρχής της μητέρας τους ήταν 12,8 +1,5, χρ. ενώ η ηλικία εμμηναρχής των κοριτσιών ήταν 12,2 + 1,1 χρ. οι οποίες δεν είχαν στατιστικά σημαντική διαφορά.

Συμπεράσματα: Σημαντικό εύρημα αυτής της μελέτης ήταν ότι η πλειοψηφία των κοριτσιών με πρώιμη αδρεναρχή ήταν παχύσαρκα ή υπέρβαρα. Χαμηλό ποσοστό της τάξεως του 10%, είχε γεννηθεί με χαμηλό βάρος γέννησης για την ηλικία κύησης. Η ηλικία εμμηναρχής δε διέφερε σημαντικά από αυτή των μητέρων τους. Κατά τη νεαρή ενήλικη ζωή ο ΔΜΣ ήταν εντός φυσιολογικών ορίων στην πλειοψηφία των γυναικών, αλλά το 15% των γυναικών έπασχαν από σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών. Η μελέτη βρίσκεται σε εξέλιξη προκειμένου να διαπιστωθεί η περαιτέρω εξέλιξη καθώς και η ύπαρξη μεταβολικού συνδρόμου.