Follow Us

Ελεύθερες Ανακοινώσεις (Ε.Α.25 - Ε.Α.32)

Ε.Α.25

Η ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΔΙΑΤΑΡΑΧΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΑΙΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Λ. Θωμαϊδου, Α. Χολέβα Ε.Καρδαρά, Μ.Κυπριανού, Μ.Τσολιά

Μονάδα Αναπτυξιακής Παιδιατρικής Β΄ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών Νοσοκομείο Παίδων «Π.& Α. Κυριακού», Αθήνα

Εισαγωγή: Σκοπός της μελέτης ήταν να ερευνηθεί κατά πόσο η Αναπτυξιακή Δοκιμασία Επικοινωνίας ΠΑΙΣ ανιχνεύει σωστά παιδιά με Διαταραχές Επικοινωνίας Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) στην καθημερινή παιδιατρική πράξη.

Υλικό: Στη μελέτη συμμετείχαν 350 παιδιά (18 μηνών - 4 ετών) τα οποία παραπέμφθηκαν στη Μονάδα Αναπτυξιακής Παιδιατρικής από όλη την Ελλάδα για προβλήματα λόγου, επικοινωνίας και συμπεριφοράς. Από τη μελέτη αποκλείστηκαν παιδιά που έπασχαν από χρόνια νευρολογικά νοσήματα.

Μέθοδοι: Όλα τα παιδιά της μελέτης υποβλήθηκαν σε λεπτομερή αναπτυξιακό έλεγχο με τις παρακάτω δοκιμασίες:1. Δοκιμασία Ανίχνευσης Διαταραχών Επικοινωνίας, 2. Δομημένη συνέντευξη στους γονείς βασισμένη στα κριτήρια διάγνωσης του DSM-IV για τις Διαταραχές αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), 3. Bayley Scales of Infant Development, Second Edition και 4. Clinical Evaluation of Language Fundamentals (CELF).Μετά τη διάγνωση τα παιδιά εντάχθηκαν σε τέσσερις ομάδες α) με διάγνωση Διαταραχών Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), β) με διάγνωση αναπτυξιακής καθυστέρησης και καθυστέρησης λόγου, γ) με διάγνωση απλής καθυστέρησης λόγου και δ) φυσιολογικά.

Αποτελέσματα: Από το αρχικό δείγμα των 350 παιδιών, μετά από τους περιορισμούς της έρευνας, έμεινε δείγμα 215 παιδιών. Από αυτά, 39 παιδιά (18,3%) διαγνώσθηκαν με Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ), 83 παιδιά (38,7%) με διάγνωση αναπτυξιακής καθυστέρησης και καθυστέρησης λόγου, 65 παιδιά (30%) με διάγνωση απλής καθυστέρησης λόγου και 28 παιδιά (13%) ήταν φυσιολογικά. Η μέση ηλικία διάγνωσης ήταν 28 ± 12 μήνες, η αναλογία αγοριών-κοριτσιών είναι 6 προς 1 (6:1) και η συχνότητα Οργανικών Νοσημάτων ήταν 24%.

Συμπεράσματα: Η πιθανότητα ένα παιδί να είναι αυτιστικό όταν έχει ανιχνευθεί ότι είναι αυτιστικό είναι 93,5%, ενώ η πιθανότητα ένα παιδί να είναι αυτιστικό όταν δεν έχει ανιχνευθεί ότι είναι αυτιστικό είναι 3,1%. Το κλάσμα αυτών των δύο πιθανοτήτων μας δίνει τον σχετικό κίνδυνο RelativeRisk RR που είναι 30,7. Αυτός ο αριθμός δείχνει ότι η πιθανότητα ένα παιδί να είναι αυτιστικό είναι σχεδόν 31 φορές μεγαλύτερη όταν έχει ανιχνευθεί θετικά παρά όταν έχει ανιχνευθεί αρνητικά. Επομένως, η Αναπτυξιακή Δοκιμασία Ανίχνευσης Διαταραχών Επικοινωνίας ΠΑΙΣ αναγνωρίζει έγκαιρα παιδιά που εμφανίζουν Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος με αξιόπιστο τρόπο στην καθημερινή παιδιατρική πράξη.

Ε.Α.26

ΕΠΗΡΕΑΖΕΙ Η ΕΦΗΒΕΙΑ ΤΗΝ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ ΣΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ ΑΥΞΗΤΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ;

Χ. Δροσάτου, Ε. Βλαχοπαπαδοπούλου, Ε. Καλουμένου,Φ. Καραχάλιου, Β. Πέτρου, Γ. Σαλεμή, Σ. Μιχαλάκος, Κ. Τσουμάκας

Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Νοσοκομείο Παίδων «Π.& Α. Κυριακού», Αθήνα

Τμ. Νοσηλευτικής , Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Διεύθυνση Νοσηλευτικής, Νοσοκομείο Παίδων «Π.& Α. Κυριακού»,

Σκοπός: Να αξιολογηθεί αν η εφηβεία, επηρεάζει το επίπεδο συμμόρφωσης των ασθενών στη θεραπεία με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης.

Μέθοδος: Πρόκειται για προοπτική μελέτη καταγραφής με τη χρήση σταθμισμένων ερωτηματολογίων (Smith). Η μελέτη διεξήχθη στο Ενδοκρινολογικό Τμήμα του Παιδιατρικού Νοσοκομείου, Παίδων ¨Αγλαία Κυριακού¨ και περιελάμβανε ασθενείς που παρακολουθούνταν σε τμήμα μας και είχαν διαγνωσθεί με Ανεπάρκεια Αυξητικής Ορμόνης χωρίς να έχουν κάποιο άλλο υποκείμενο νόσημα. Η συμπλήρωση των ερωτηματολογίων πραγματοποιήθηκε αφού είχε παρέλθει τουλάχιστον ένα τρίμηνο από την έναρξη της αγωγής τους. Το επίπεδο συμμόρφωσης καθορίστηκε ως υψηλό εάν υπήρχε απώλεια 3 ή λιγότερων δόσεων το μήνα, μέτριο αν υπήρχε απώλεια 3 έως 5 δόσεων και χαμηλό αν υπήρχε απώλεια πάνω από 5 δόσεις. Για τη σύγκριση ποσοστών χρησιμοποιήθηκαν χ2 τεστ, ενώ για τη σύγκριση διάμεσων τιμώνMann-Whitneytests.

Αποτελέσματα: Στη μελέτη συμμετείχαν 66 ασθενείς (38 έφηβοι και 28 παιδιά) εκ των οποίων τα 43 ήταν αγόρια, με μέση ηλικία 13,2 έτη (SD=2,5 έτη).Η μέση διάρκεια θεραπείας ήταν τα 3,5 έτη (SD=3,2 έτη). Γενικά, το επίπεδο συμμόρφωσης με τη θεραπεία βρέθηκε υψηλό στην πλειονότητα των ασθενών (78,5%), ενώ το 13,8% είχε μετρίου βαθμού συμμόρφωση και το υπόλοιπο 7,7% χαμηλή. Συγκεκριμένα στους εφήβους είχαν υψηλή, μέτρια και χαμηλή συμμόρφωση το 60.5%, 28.9% και 13.1% αντίστοιχα. Ενώ στα προεφηβικά παιδιά το 82% είχαν υψηλή και το 14.3% μέτρια συμμόρφωση. Δεν υπήρξε κανένα προεφηβικό παιδί με χαμηλή συμμόρφωση.

Συμπληρωματικά το ένα τρίτο των ασθενών συνολικά, έκανε μόνο του τις ενέσεις ενώ περίπου άλλο τόσο τις έκανε μαζί με κάποιον άλλο (γονιό ή άλλο άτομο).

Στο 66,2% των περιπτώσεων υπήρχε παράλειψη τουλάχιστον μια ένεσης τον τελευταίο μήνα και το ποσοστό αυτό ήταν σημαντικά υψηλότερο στις περιπτώσεις που ο πατέρας είχε χαμηλό μορφωτικό επίπεδο (76,9% έναντι 50%, p=0,025).

Συμπεράσματα: Από την ομάδα των ασθενών που μελετήθηκε φαίνεται ότι το επίπεδο συμμόρφωσης μειώνεται στην εφηβεία, με το ποσοστό των εφήβων με μέτρια και χαμηλή συμμόρφωση να είναι υψηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό των προεφηβικών παιδιών. Από την ομάδα των προεφηβικών παιδιών αξίζει να αναφέρουμε ότι κανένα παιδί δεν είχε χαμηλή συμμόρφωση.

Επισημαίνεται ότι είναι αναγκαία η συνεχιζόμενη εκπαίδευση των εφήβων και των γονιών τους σε σχέση με τις τεχνικές χορήγησης των ενέσεων Αυξητικής Ορμόνης και την ενίσχυση των θετικών αποτελεσμάτων.

Ε.Α.27

ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΒΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΥΤΟΑΝΤΙΛΗΨΗ ΠΑΙΔΙΩΝ ΠΟΥ ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΙ ΜΕ ΑΥΞΗΤΙΚΗ ΟΡΜΟΝΗ

Χ. Δροσάτου, Ε. Βλαχοπαπαδοπούλου, Ε. Καλουμένου, Φ. Καραχάλιου, Γ. Σαλεμή, Σ. Μιχαλάκος, Κ. Τσουμάκας

Ενδοκρινολογικό Τμήμα, Παιδιατρικό Νοσοκομείο «Π. & Α. Κυριακού», Αθήνα

Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Νοσηλευτική Υπηρεσία, Νοσοκομείο «Π.& Α. Κυριακού», Αθήνα

Σκοποί: Σκοπός της μελέτης ήταν να αναγνωρισθούν οι παράγοντες κλειδιά που επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση και την ευεξία των παιδιών και των εφήβων που υποβάλλονται σε θεραπεία υποκατάστασης με Αυξητική Ορμόνη (ΑΟ).

Μέθοδοι: Πρόκειται για προοπτική μελέτη με τη χρήση των ερωτηματολογίων SelfPerceptionProfile (SPP) σταθμισμένων στον Ελληνικό πληθυσμό. Η ομάδα των ασθενών περιελάμβανε 272 παιδιά και εφήβους με ανεπάρκεια ΑΟ (183 αγόρια, 89 κορίτσια) μεμέση ηλικία 13,7 (5.5) έτη και μέση διάρκεια θεραπείας 3,4 (3.1) έτη. Για τη σύγκριση μέσων τιμών χρησιμοποιήθηκαν student’st-tests και η ανάλυση διασποράς (ANOVA). Για να διερευνηθεί η συσχέτιση μεταξύ δυο ποσοτικών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκε ο συντελεστής συσχέτισης του Pearson.

Αποτελέσματα: Το ερωτηματολόγιο SPP αξιολογεί την αντίληψη των παιδιών για την προσωπική τους αξία και την αυτοεκτίμησή τους μελετώντας επιμέρους παραμέτρους.Το μέσο σκορ για την παράμετρο «σχέσεις με τους συνομήλικους» ήταν 3.13 (SD=0.53), για την παράμετρο «σχέσεις με τους γονείς» ήταν 3.03 (SD=0.60), για την παράμετρο «αθλητικές επιδόσεις» ήταν 3.16 (SD=0.66) και για την παράμετρο «εξωτερική εμφάνιση/εικόνα σώματος» ήταν 2.83 (SD=0.60).Επιπλέον το μέσο σκορ για την «αυτοεκτίμηση» ήταν 3.28 (SD=0.50), για τη «συμπεριφορά» ήταν 2.96 (SD=0.57), για τους «στενούς φίλους» ήταν 3.00 (SD=0.62) και για τις «συναισθητικές σχέσεις» ήταν 2.73 (SD=0.61). Όλα τα σκορ σχετίζονταν θετικά μεταξύ τους, υποδεικνύοντας την ύπαρξη στενής σχέσης ανάμεσα σε όλες τις μελετώμενες παραμέτρους (p<0.050). Στατιστικά σημαντική θετική συσχέτιση βρέθηκε ανάμεσα στη διάρκεια θεραπείας και τις σχέσεις με τους συνομηλίκους (p=0.008), την εξωτερική εμφάνιση (p=0.035), τους στενούς φίλους (p=0.003), και την αυτοεκτίμηση (p=0.020). Τα αγόρια βρέθηκε να έχουν καλύτερες σχέσεις με τους συνομηλίκους, καλύτερες αθλητικές επιδόσεις και χειρότερη συμπεριφορά από ότι τα κορίτσια (p=0.010; p=0.013 και p=0.023 αντίστοιχα). Οι συμμετέχοντες που ζούσαν σε αστικές περιοχές είχαν στατιστικά σημαντικά καλύτερες σχέσεις με τους γονείς τους συγκρινόμενες με εκείνων που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές (p=0.034). Το υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδο των μητέρων σχετίσθηκε θετικά με την αυτοεκτίμηση των συμμετεχόντων και η γνώμη τους για την εξωτερική τους εμφάνιση (p=0.025 και p<0.001 αντίστοιχα). Το χαμηλό εκπαιδευτικό επίπεδο των πατέρων συσχετίσθηκε αρνητικά με τη συμπεριφορά των ασθενών(p=0.043). Συγκρινόμενα με των εφήβων, τα παιδιά είχαν σημαντικά υψηλότερα σκορ στις διαστάσεις «σχέσεις με τους γονείς», «εξωτερική εμφάνιση», «συμπεριφορά» και «αυτοεκτίμηση» και χαμηλότερο σκορ στη διάσταση «σχέσεις με στενούς φίλους».Η ηλικία και η κοινωνικοοικονομική κατάσταση δεν συσχετίσθηκαν σημαντικά με κανένα από τα σκορ αυτοαντίληψης.

Συμπεράσματα: Τα παιδιά που λαμβάνουν θεραπεία ΑΟ έχουν σκορ πάνω από το μέσο όρο όσον αφορά στις σχέσεις με τους γονείς και τους συνομηλίκους τους και έχουν καλές αθλητικές επιδόσεις. Αυτό δείχνει να αντανακλά ανάπτυξη χωρίς προβλήματα των υπό θεραπεία ΑΟ συμμετεχόντων.

Ε.Α.28

ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΕΘΙΣΜΟΥ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ, 20 ΧΡΟΝΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Στ. Χρηστίδη, Υ. Παπαστεφάνου

Ελληνική Δημοκρατία Διοίκηση 2ης Υγειονομικής Περιφέρειας Πειραιώς & Αιγαίου, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής Μονάδα Απεξάρτησης 18 Άνω Τμήμα Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου

Εισαγωγή: Από το 1996, όταν άρχισε να μελετάται ο εθισμός στο διαδίκτυο έως σήμερα έχουν γίνει πολλές κλινικές μελέτες με στόχο την κατανόηση του. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η επισκόπηση αυτών των μελετών προκειμένου να γίνει κατανοητό πως εξελίχθηκε η μελέτη του φαινόμενου, ποιά είναι σήμερα η θέση της παγκόσμιας ιατρικής κοινότητας και ποιοί είναι οι προβληματισμοί που τίθενται.

Σκοπός και Μέθοδος: Μελετήθηκαν υπάρχουσες μελέτες σχετικά με την επιδημιολογία της διαταραχής, τη νευροβιολογία, την κλινική εικόνα των χρηστών, τη συννοσηρότητα και τη θεραπεία, όπως αυτές έχουν ανακοινωθεί σε επιστημονικές ιστοσελίδες και επιστημονικά περιοδικά.

Αποτελέσματα: Ενδεικτική του αυξανόμενου ενδιαφέροντος που συγκεντρώνουν οι προβληματισμοί γύρω από το φαινόμενο της προβληματικής ή εξαρτητικής φύσης της χρήσης του ιστού, είναι η μεγάλη αύξηση της ηλεκτρονικής αρθρογραφίας από το 1995 έως σήμερα. Το εκρηκτικό σχεδόν ενδιαφέρον γύρω από την δυσλειτουργική χρήση του διαδικτύου, αποδίδεται στις νευροβιολογικές, επιδημιολογικές, συναισθηματικές, ψυχολογικές και κοινωνικές του παραμέτρους. Οι υπάρχουσες μελέτες εστιάζουν στην επιδημιολογία της χρήσης και του εθισμού στο διαδίκτυο κυρίως σε εφήβους, την κλινική εικόνα των χρηστών που αναζητούν θεραπεία, τη συννοσηρότητα και τη θεραπεία. Φαίνεται ότι υπάρχουν πολλοί προβληματισμοί σήμερα σχετικά με την αιτιολογία του εθισμού αλλά και την κλινική εικόνα καθώς και για το αν θα ταξινομηθεί ως ξεχωριστή διαταραχή. Στην τελευταία έκδοση του DSM-V έχει καταχωρηθεί η διαταραχή ως internet gaming disorder η οποία όμως απαιτεί περαιτέρω μελέτη για να ενταχθεί ως επίσημη διαταραχή. Η μη αναγνώριση της διαταραχής περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την μελέτη του εθισμού και κατά συνέπεια δημιουργεί εμπόδια στην ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών.

Συμπεράσματα: Αν και έχουν παρέλθει δύο δεκαετίες ακαδημαϊκής έρευνας, η έννοια του εθισμού στο διαδίκτυο δεν έχει ακόμη κατανοηθεί σε όλη του την έκταση. Είναι σημαντικό η έρευνα να κατευθυνθεί με τρόπο ώστε να ορισθούν κοινά αποδεκτά κριτήρια για τη διαταραχή του εθισμού, να γίνουν περισσότερες νευροαπεικονιστικές και νευροβιολογικές μελέτες και να ορισθούν αποτελεσματικά θεραπευτικά πρωτόκολλα.

Λέξεις κλειδιά: Διαταραχή εθισμού στο διαδίκτυο, InternetGamingDisorder.

Kuss DJ., Lopez-Fernandez O. 2016. Internet addiction and problematic Internet use: A systematic review of clinical research. World J Psychiatry, Mar 22;6(1):143-76.

Dalal P.K., BasuD., (2016). Twenty years of Internet addiction … Quo Vadis? Indian J Psychiatry, Jan-Mar; 58(1): 6–11.

Ε.Α. 29

ΓΝΩΣΤΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΣΤΟ ΦΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΥΤΙΣΜΟΥ

Γ. Μακρής, Σ. Ζεϊνεντίν, Ε. Ταβουλάρη,Ε. Βαλαβάνη, Π. Περβανίδου

Εργαστήριο Αναπτυξιακής Ψυχοφυσιολογίας & Έρευνας του Στρες,

Μονάδα Αναπτυξιακής & Συμπεριφορικής Παιδιατρικής,

A΄ Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Α΄ Παιδιατρική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Παίδων Πεντέλης

Παιδιατρική Κλινική, Γενικό Νοσοκομείο Χαλκίδας

Εισαγωγή - Σκοπός: Οι επικρατέστερες γνωστικές θεωρίες για τις Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) χωρίζονται σε εκείνες που τοποθετούν το πρωτογενές έλλειμμα στην κοινωνική γνωστική λειτουργία (Θεωρία του Νου) και εκείνες που εντοπίζουν μη κοινωνικά ή γενικού τομέα ελλείμματα ως πρωτογενή (Εκτελεστική δυσλειτουργία, Θεωρία Αδύναμης Κεντρικής Συνοχής). Η σύντομη αυτή ανασκόπηση στοχεύει στην αναφορά των βασικών χαρακτηριστικών των τριών αυτών γνωστικών θεωριών.

Αποτελέσματα: Ως Θεωρία του Νου περιγράφεται η ικανότητα να εξηγήσει κανείς και να προβλέψει τη συμπεριφορά των άλλων υποθέτοντας τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τους στόχους τους στην κοινωνική αλληλεπίδραση. Ελλείμματα σε αυτή τη κοινωνική γνωστική λειτουργία μπορούν να εξηγήσουν τις κοινωνικές δυσκολίες που χαρακτηρίζουν τις ΔΑΦ. Ως κεντρική συνοχή περιγράφεται η γνωστική διαδικασία επεξεργασίας των προσλαμβανόμενων πληροφοριών με τρόπο καθολικό, έτσι ώστε να αφομοιώνονται σε ένα κοινό σώμα νοήματος.Άτομα με ΔΑΦ φαίνεται να επεξεργάζονται τις προσλαμβανόμενες πληροφορίες με τρόπο ανεξάρτητο από το περιεχόμενο και τελικά να δυσκολεύονται στην απαρτίωση των συστατικών μιας πληροφορίας σε ένα ενιαίο σύνολο (Φτωχή Κεντρική Συνοχή). Ο όρος επιτελικές λειτουργίες χρησιμοποιείται για να περιγράψει υψηλότερης τάξης γνωστικές λειτουργίες απαραίτητες για την καθοδήγηση της συμπεριφοράς που σχετίζονται με την έναρξη, τη διατήρηση και την διακοπή μιας δραστηριότητας. Η θεωρία της επιτελικής δυσλειτουργίας εξηγεί σε άτομα με ΔΑΦ την ανάγκη για ομοιομορφία, την ισχυρή προσκόλληση σε στερεότυπες συμπεριφορές, την έλλειψη ελέγχου των παρορμήσεων, τη δυσκολία στην έναρξη μιας καινούργια μη στερεότυπης δραστηριότητας και τέλος τη δυσκολία στην εναλλαγή ανάμεσα σε διαφορετικές δραστηριότητες.

Συμπεράσματα: Οι γνωστικές θεωρίες επιχείρησαν αρχικά να εξηγήσουν συγχρόνως και τα τρία βασικά χαρακτηριστικά των ΔΑΦ: τις διαταραχές στην κοινωνική αλληλεπίδραση, τα προβλήματα στην επικοινωνία και τις περιορισμένες, επαναληπτικές και στερεότυπες συμπεριφορές. Ωστόσο, αυξανόμενα δεδομένα σχετικά με την συμπεριφορική και γενετική «κλασματοποίηση» της βασικής τριάδας συμπτωμάτων των ΔΑΦ, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πιθανόν να χρειάζεται να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια για μια ενιαία γνωστική θεωρία.

Ε.Α.30

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΗΤΙΚΩΝ ΔΕΞΙΟΤΗΤΩΝ ΑΝΩ ΑΚΡΩΝ ΣΕ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ

ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΕΛΛΕΙΜΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ ΥΠΕΡΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑΣ:

ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΚΙΝΗΤΙΚΗ ΜΕΤΑΒΛΗΤΟΤΗΤΑ ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΠΑΙΔΙΑ ΤΥΠΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ

Γ. Μακρής, Π. Γιαννόπουλος, Ξ. Σταχτέ, Δ. Μπαστάκη, Ε. Βαλαβάνη, Π. Κορκολιάκου, Π. Μπαλή, Γ. Χρούσος, Π. Περβανίδου,

Γ. Κουρουπέτρογλου, Χ. Παπαγεωργίου

Εργαστήριο Αναπτυξιακής Ψυχοφυσιολογίας & Έρευνας του Στρες, Μονάδα Αναπτυξιακής & Συμπεριφορικής Παιδιατρικής, A’ Πανεπιστημιακή Παιδιατρική Κλινική, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (ΕΠΙΨΥ), Αθήνα

Εργαστήριο Φωνής και Προσβασιμότητας, Τμήμα Πληροφορικής & Τηλεπικοινωνιών, Σχολή Θετικών επιστημών, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Α’ Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική, «Αιγινήτειο» Νοσοκομείο,

Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Β’ Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική, «Αττικό» Νοσοκομείο, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εισαγωγή - Σκοπός: Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) έχει σχετιστεί με κινητικές διαταραχές σε ποσοστό έως και 50%. Αυτές αφορούν κινητικές παραμέτρους, όπως η ταχύτητα και ο συγχρονισμός των κινήσεων, η ισορροπία και οι ελεύθερες κινήσεις. Διερευνήσαμε την επίδοση παιδιών με ΔΕΠΥ σε σύγκριση με παιδιά τυπικής ανάπτυξης σε δοκιμασία αποτίμησης κινητικών δεξιοτήτων άνω άκρων με χρήση Η/Υ.

Υλικό - Μέθοδος: Χρησιμοποιήθηκε το σύστημα Input Device Evaluation Application (IDEA). Αναλύθηκαν 9 μεταβλητές που σχετίζονται με την κίνηση των άνω άκρων, όπως αυτή αποτυπώνεται στην χρήση ποντικιού, σε δύο δοκιμασίες μίας (1D) και δύο (2D) διαστάσεων. Με την δοκιμασία 1D αξιολογήθηκαν 85 παιδιά φυσιολογικής νοημοσύνης, 6-14 ετών, κατανεμημένα σε δύο ομάδες: [ΔΕΠΥ] (Ν=42) και Τυπική Ανάπτυξη [ΤΑ] (Ν=43). Mε τη δοκιμασία 2D αξιολογήθηκαν από το ίδιο δείγμα 83 παιδιά, 6-14 ετών: [ΔΕΠΥ] (Ν=41) και [ΤΑ] (Ν=42).

Αποτελέσματα: Δοκιμασία 1D: Η ομάδα ΔΕΠΥ εμφάνισε σημαντικά μεγαλύτερη βαθμολογία σε σύγκριση με την ομάδα ΤΑ στη μεταβλητή: Μεταβλητότητα Κίνησης [mean ± SD: 34,13±19,15 (ΔΕΠΥ) vs 25,09±10,62 (TA), p=0,008 ]. Δοκιμασία 2D: Τα παιδιά με ΔΕΠΥ εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερη βαθμολογία στις μεταβλητές: Μεταβλητότητα Κίνησης [mean ± SD: 23,78±6,53 (ΔΕΠΥ) vs 21,12±4,10 (TA), p=0,029], Μετατόπιση Κίνησης [mean±SD: 19,35±4,25 (ΔΕΠΥ) vs 17,60±3,26 (TA), p=0,038]και Σφάλμα Μετακίνησης [mean ± SD: 22,45±5,33 (ΔΕΠΥ) vs 19,83±3,40 (TA), p=0,009].

Συμπεράσματα: Τα παιδιά με ΔΕΠΥ εμφανίζουν μεγαλύτερη μεταβλητότητα (αστάθεια) στην κίνηση των άνω άκρων σε σύγκριση με παιδιά τυπικής ανάπτυξης. Το εύρημα αυτό μπορεί να εξηγηθεί από τα ελλείμματα των υψηλής απαρτίωσης γνωστικών λειτουργιών, που εμπλέκονται στην κίνηση, όπως είναι ο σχεδιασμός, η οργάνωση και ο συντονισμός του κινητικού έργου. Ακόμα, η αδυναμία αναστολής της κινητικής απάντησης, ως στοιχείο παρορμητικότητας σε παιδιά με ΔΕΠΥ, μπορεί να εξηγήσει την μεγαλύτερη μεταβλητότητα της κίνησης που ανιχνεύθηκε με την χρησιμοποιούμενη δοκιμασία.

Ε.Α.31

ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΕΦΗΒΩΝ ΜΕ ΑΙΤΙΑ ΠΡΟΣΕΛΕΥΣΗΣ ΤΗΝ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

Γ. Βασσάλου, Ε. Τζαβέλα, C. Richardson, Μ. Τσολιά, Α. Τσίτσικα

Μονάδα Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.) Β’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Π. & Α. Κυριακού»

Εισαγωγή/Σκοπός: Η υπερβολική χρήση του διαδικτύου αποτελεί αιτία ανησυχίας για τους γονείς και είναι μία από τις αιτίες προσέλευσης στην Μ.Ε.Υ. Στόχος της παρούσας έρευνας είναι η ανάλυση της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας των εφήβων που προσήλθαν με αυτό το αίτημα.

Μεθοδολογία: Αναλύθηκαν τα δεδομένα της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας που αντλήθηκαν βάσει της συνέντευξης HEΕADSS227 εφήβων και νεαρών ενηλίκων (197 αγοριών και 30 κοριτσιών) με μέση ηλικία 14,7 έτη (τ.α.= 1,96 εύρος: 10-21 έτη). Τα στοιχεία αφορούν το διάστημα 2014-2016.

Αποτελέσματα: Το 72,1% των εφήβων με αιτία προσέλευσης την δυσλειτουργική χρήση διαδικτύου ανέφερε πτώση βαθμολογίας συγκριτικά με την προηγούμενη χρονιά. Οι 23/227 έφηβοι (10,7%) είχαν σχολική άρνηση, ενώ μαθησιακές δυσκολίες είχε το 24,1% των εφήβων και ΔΕΠΥ το 10,8%. Θύματα bullying ήταν το 18,4% των εφήβων και το 22,1% ανέφερε αντικοινωνική συμπεριφορά. Αίσθημα θυμού ανέφερε το 50%, ενώ μόνο το 32,5% των εφήβων ανέφερε ότι είχε αρμονικές σχέσεις με τους γονείς. Αυτοκτονικό ιδεασμό ανέφερε το 11,6% των εφήβων (36% των κοριτσιών έναντι 7,5% των αγοριών), άγχος το 53,6% και καταθλιπτικό συναίσθημα το 33,9%. Το καταθλιπτικό συναίσθημα είχε στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την απουσία φίλων, δραστηριοτήτων και φυσικής δραστηριότητας, καθώς και το άγχος και τον αυτοκτονικό ιδεασμό (p<0.001). Η σχολική άρνηση είχε στατιστικά σημαντική συσχέτιση με την ύπαρξη συγκρούσεων στην οικογένεια, την απουσία φυσικής δραστηριότητας, την μελαγχολία και τον αυτοκτονικό ιδεασμό.

Συμπεράσματα: Η δυσλειτουργική χρήση του διαδικτύου αποτελεί πολυπαραγοντική έκφραση συμπεριφοράς, μεταξύ των οποίων η λειτουργικότητα των διαπροσωπικών σχέσεων και οι ακαδημαϊκές επιδόσεις. Διαφαίνεται επίσης η σημασία των εξωσχολικών δραστηριοτήτων, ιδιαίτερα της φυσικής δραστηριότητας, στην ψυχοκοινωνική ισορροπία των εφήβων, καθώς και της ποιότητας των ενδοοικογενειακών σχέσεων.

Ε.Α.32

ΕΘΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ & ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ: ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Τ. Πολυκανδριώτης, Γ. Αβραμίδης, Σ. Ζησοπούλου, Α. Κουλούρη

Νοσηλευτής Ψυχικής Υγείας, MSc, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής

Νοσηλεύτρια, Κέντρο Υγείας Σαλαμίνας

Προϊστάμενη Νοσηλεύτρια Ψυχικής Υγείας, MSc, PhD, Κέντρο Υγείας Σαλαμίνας

Εισαγωγή: Σύμφωνα με την έκθεση της Διεθνούς Ένωσης Τηλεπικοινωνιών (2015), περίπου 3,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι, χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο. Στη χώρα μας το 68,1% των χρηστών έχει πρόσβαση στο διαδίκτυο από την κατοικία τους, ενώ το υψηλότερο ποσοστό εν κινήσει σύνδεσης στο διαδίκτυο καταγράφεται για την ηλικιακή ομάδα 16 - 24 ετών (87,5%). Όμως η συνεχώς αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου, δεν σημαίνει ότι γίνεται με ασφάλεια κατά την πλοήγηση ή ότι δεν ελλοχεύει κινδύνους για τους χρήστες και ιδιαίτερα για τους ανήλικους.

Σκοπός: Η αποτίμηση των παρεμβάσεων της Ένωσης Νοσηλευτών Ελλάδος (Ε.Ν.Ε.), μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων ενημερωτικού χαρακτήρα, σε μαθητές Δημοτικών σχολείων, Γυμνασίων, Λυκείων, Γονέων, Εκπαιδευτικών, Επαγγελματιών υγείας, κατόπιν πρωτοκόλλου συνεργασίας με την Μονάδα Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.), στα πλαίσια του προγράμματος «Αριάδνη».

Μεθοδολογία: Οι ενημερωτικές παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν από απόφοιτους νοσηλευτές του προγράμματος «Αριάδνη», εθελοντικά, για το χρονικό διάστημα 2012 έως 2017. Μέσα απο τις ενημερώσεις, το κοινό λάμβανε πληροφορίες για τον εθισμό στη χρήση του διαδικτύου καθώς και για τους κινδύνους που επιφέρει η επιβλαβής χρήση του.

Αποτελέσματα: Στα πλαίσια του προγράμματος «Αριάδνη», έχουν πραγματοποιηθεί 60 ενημερωτικές ομιλίες σε μαθητές Δημοτικών Σχολείων (Ε’ – Στ’ τάξη), 12 σε μαθητές Γυμνασίων, 14 σε μαθητές Λυκείου, 25 σε γονείς & εκπαιδευτικούς και 10 σε ανοιχτές εκδηλώσεις σε συνεργασία με τις δημοτικές αρχές και τις διευθύνσεις της Α΄θμιας και Β΄θμιας Εκπαίδευσης, πανελλαδικά. Επίσης η Ε.Ν.Ε., σε συνεργασία με τη Μ.Ε.Υ. πραγματοποίησε για τα έτη 2015 – 2016, δέκα ενημερωτικές ομιλίες σε νοσοκομεία εντός και εκτός Αττικής, ώστε να ενημερωθούν οι επαγγελματίες υγείας.

Συμπεράσματα: Μέσα από τις παρεμβάσεις προκύπτει ότι οι μαθητές, οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι σε θέματα χρήσης και ασφαλούς πλοήγησης στο διαδίκτυο. Σχεδόν σε κάθε σχολείο, υπήρχαν αναφορές για περιστατικά εθισμού στο διαδίκτυο ή επιβλαβούς χρήσης, ενώ συχνά παρατηρήθηκε ότι παρόμοια επιβλαβή διαδικτυακή συμπεριφορά επιδείκνυαν και οι ενήλικοι χρήστες του μέσου.