Follow Us

Ελεύθερες Ανακοινώσεις (Ε.Α.6 - Ε.Α.10)

Ε.Α.6

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΣΤΟΜΑΤΙΚΗΣ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΣΕ ΠΑΙΔΙΚΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ

Α. Μπαρμπούνη, Η. Γαβριηλίδης, Κ. Μεράκου

Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Τομέας Δημόσιας & Διοικητικής Υγιεινής

Εισαγωγή: Η νόσος τερηδόνα προσβάλλει τα άτομα από μικρή ηλικία. Η προσχολική ηλικία είναι ιδανική για να αποκτήσουν τα παιδιά τις συνήθειες της υγιεινής του στόματος.

Σκοπός: Η αξιολόγηση προγράμματος στοματικής υγείας για την πρόληψη της τερηδόνας, σε γονείς και παιδιά προσχολικής ηλικίας από 3 έως 5 ετών.

Υλικό: Στο πρόγραμμα συμμετείχαν 410 παιδιά από τους πέντε παιδικούς σταθμούς του Δήμου Νέας Σμύρνης. Τα ερωτηματολόγια που απαντήθηκαν από τους γονείς ήταν 247. Οι τρεις σταθμοί αποτέλεσαν την ομάδα παρέμβασης (55,5%) και οι δύο την ομάδα ελέγχου (44,5%). Το πρόγραμμα είχε διάρκεια ένα μήνα και εφαρμόστηκε ξεχωριστά στα παιδιά και στους γονείς τους.

Μέθοδος: Για την αξιολόγηση του προγράμματος ως βασικό εργαλείο χρησιμοποιήθηκε το ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν 247 γονείς.

Αποτελέσματα: Τα παιδιά της ομάδας παρέμβασης βούρτσιζαν τα δόντια τους σε μεγαλύτερη συχνότητα από ότι τα παιδιά της ομάδας ελέγχου (P=0,002), φοβόντουσαν λιγότερο τον οδοντίατρο (P=0,003) και χρησιμοποιούσαν οδοντόπαστα με φθόριο σε υψηλότερο ποσοστό (P=0,003). Μετά την παρέμβαση δεν υπήρξε στατιστικά σημαντική διαφορά στις διατροφικές συνήθειες των παιδιών. Επίσης, οι γνώσεις και οι στάσεις των παιδιών και των γονιών τους σε σχέση με τη στοματική υγιεινή βελτιώθηκαν σημαντικά μόνο στην ομάδα παρέμβασης.

Συμπεράσματα: Οι γνώσεις, οι στάσεις και η συμπεριφορά των παιδιών και των γονιών τους είχαν στατιστικά σημαντικές μεταβολές. Παρόμοια προγράμματα αγωγής στοματικής υγείας, εάν εφαρμοστούν σε μεγαλύτερη κλίμακα και σε διάρκεια χρόνου, μπορούν να μειώσουν τη νόσο τερηδόνα σε ατομικό και πληθυσμιακό επίπεδο.

Ε.Α.7

Kακοήθης υπέρταση σταδίου ΙΙ δευτεροπαθής σε νεφροπαρεγχυματικό νόσημα
Ν. Στεργίου

Επιμελητής Α΄, Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών

Παιδονεφρολογικό τμήμα, Νοσοκομείου Παίδων «Η Αγία Σοφία», Αθήνα

Κορίτσι 14 ετών παρουσίασε κακοήθη υπέρταση σταδίου ΙΙ που διαπιστώθηκε σε τυχαίο έλεγχο σε ηλικία 9 ετών. Από τον γενόμενο έλεγχο είχε λευκωματουρία της τάξεως των 2,2 gr/ 24ωρο. Η λευκωματουρία είχε διαπιστωθεί σε γενική ούρων σε ηλικία 3 ετών χωρίς περαιτέρω έλεγχο. Είχε φυσιολογική νεφρική λειτουργία με κρεατινίνη: 0,36 mg/dl, το Triplex καρδίας έδειξε υπερτροφία (ΑΡ) κοιλίας και το Holter αρτηριακής πίεσης 24ωρου ήταν παθολογικό. Το οικογενειακό ιστορικό θετικό για υπέρταση (μητρική και πατρική γιαγιά). Κατόπιν των ευρημάτων αυτών διενεργήθηκε διαδεμική βιοψία νεφρού με ευρήματα εστιακής τμηματικής σπειραματοσκλήρυνσης. Αρχικά τέθηκε σε αγωγή με α-ΜΕΑ και ARBs (εναλαπρίλη, ιρμπεζαρτάνη) με καλή ανταπόκριση και μείωση της λευκωματουρίας σε 400 mg/24ωρο. Όμως παρουσίασε εκ νέου λευκωματουρία της τάξεως των 6 gr/ 24ωρο και τέθηκε σε κορτικοειδή (μεθυλπρεδνιζολόνη) peros , χωρίς βελτίωση της λευκωματουρίας και σε ώσεις μεθυλπρεδνιζιλόνης (20mg/kgΒΣ) iv 3 καθημερινές και 3 σε παρήμερο σχήμα. Η λευκωματουρία παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα και τέθηκε σε αγωγή με κυκλοσπορίνη, δεν παρουσίασε ύφεση της λευκωματουρίας η οποία παρέμεινε στο επιπεδο των 6-8 gr/ 24ωρο. Στη συνέχεια έλαβε και 4 εγχύσεις Rituximab. Διενεργήθηκε κυτταρική ανοσία όπου τα επίπεδα τω Β λεμφοκυττάρων ήταν εντός των φυσιολογικών ορίων και κατόπιν τούτου χορηγήθηκαν εκ νέου ακόμη 2 έγχυσεις Rituximab. Παρόλα αυτά η λευκωματουρία παρέμεινε στα 6 gr/ 24ωρο και χορηγήσαμε αντί της κυκλοσπορίνης Tacrolimus (Prograf) και Mycophenolic Acid (Myfortic) . Από 3ετίας με την αγωγή αυτή η ασθενής παρουσίασε μερική ανταπόκριση και η λευκωματουρία μειώθηκε στα 1,8 gr/ 24ωρο. Η ασθενής εξακολουθεί να έχει φυσιολογική νεφρική λειτουργία, αρτηριακή πίεση εντός φυσιολογικών ορίων και παρακολουθείται πολύ τακτικά στο Εξωτερικό Ιατρείο του Παιδονεφρολογικού τμήματος.


Ε.Α.8

ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΗ ΑΠΟ ΑΙΘΑΝΟΛΗ: ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΩΝ

Γ. Γιαννούλη, Π. Παπαποστόλου, Σ. Γκίνη, Ε. Τσεκούρα

Παιδιατρικό Τμήμα Γ.Ν. «Ασκληπιείο» Βούλας

Εισαγωγή - Σκοπός: Η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών από τους εφήβους έχει πάρει

ανησυχητικές διαστάσεις με επιπτώσεις που μπορεί να ποικίλουν από ηπιότερες μέχρι σοβαρότερες. Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η καταγραφή και μελέτη των περιστατικών μέθης που νοσηλεύθηκαν στην κλινική μας.

Υλικό – Μέθοδος: Μελετήθηκαν αναδρομικά τα ιστορικά παιδιών που προσκομίστηκαν λόγω μέθης την τελευταία διετία.

Αποτελέσματα: Συμπεριελήφθησαν 10 παιδιά (5 αγόρια-5 κορίτσια) με μέση ηλικία 14,4 έτη (εύρος:13-15.5). Όλα τα παιδιά προσκομίστηκαν σε αργίες από τις 00:00 έως τις 05:00 π.μ. με τα περισσότερα να προσέρχονται γύρω στη 01:00 π.μ.. Είχαν καταναλώσει συνολικά 4-10 αλκοολούχα ποτά, όχι κρασί-μπύρα, χωρίς λήψη άλλων τοξικών ουσιών. Δύο παιδιά προσκομίστηκαν με ΕΚΑΒ και 5 παιδιά με ιδιωτικό μέσο (4 συνοδείας γονέων). Βάρος σώματος>50η Ε.Θ. είχαν 3/10 παιδιά. Κατά την προσκόμισή τους τα περισσότερα είχαν ήπια νευρολογική σημειολογία (υπνηλία, αταξία) ενώ κανένα δεν παρουσίασε συμπτωματολογία από το καρδιαγγειακό. Κανένα παιδί δεν παρουσίασε υπογλυκαιμία ή διαταραχές οξεοβασικής ισορροπίας. Στις μισές περιπτώσεις προϋπήρχαν παράγοντες κινδύνου παραβατικότητας-κατάχρησης ουσιών (διαζύγιο γονέων, απουσία γονέων, μεγάλη διαφορά ηλικίας αδελφών, χρόνια νοσήματα στην οικογένεια, συνυπάρχουσες διαταραχές συμπεριφοράς). Ένα παιδί παρουσίαζε καταστροφική συμπεριφορά προ του επεισοδίου μέθης, ένα είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας προ 6μήνου και σε ένα παιδί καταγράφηκε προηγούμενο επεισόδιο μέθης. Τοξικολογική εξέταση για άλλες ουσίες σε 3 παιδιά ήταν αρνητική. Όλα τα παιδιά κατοικούσαν στα Νότια Προάστια και είχαν καλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο.

Συμπεράσματα: Αν και το δείγμα μας είναι πολύ μικρό, το φύλο δε φαίνεται να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για υπερβολική λήψη αλκοόλ όπως και το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο. Η περιοδικότητα της χρήσης δεν παρουσιάζει εποχιακή κατανομή και φαίνεται να συσχετίζεται με περιόδους αργιών. Εντύπωση προκαλεί η ώρα προσέλευσης χωρίς τη συνοδεία ενήλικα. Όπως αναφέρεται στη βιβλιογραφία σε ένα σημαντικό ποσοστό παρατηρείται αυξημένο σωματικό βάρος και άλλες διαταραχές συμπεριφοράς. Απαιτείται η ευαισθητοποίηση της παιδιατρικής κοινότητας, του σχολικού πλαισίου και του οικογενειακού περιβάλλοντος για την πρόληψη και έγκαιρη αντιμετώπιση ανάλογων καταστάσεων επικίνδυνων για την σωματική και ψυχική υγεία των εφήβων.


Ε.Α.9

ΠΕΡΙΜΕΤΡΟΣ ΜΕΣΗΣ/ΓΟΦΩΝ, ΓΛΥΚΟΖΗ ΝΗΣΤΕΙΑΣ, ΟΛΙΚΟ ΑΣΒΕΣΤΙΟ ΟΡΟΥ ΚΑΙ ΩΧΡΙΝΟΤΡΟΠΟΣ ΟΡΜΟΝΗ ΩΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ΔΕΙΚΤΕΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΕΩΝ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D ΣΤΟ ΣΎΝΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΠΟΛΥΚΥΣΤΙΚΏΝ ΩΟΘΗΚΩΝ

Ε. Κόλια1, Φ. Μπακοπούλου1, Β.Ευθυμίου1, Κ. Αντωνόπουλος2, Ε. Χαρμανδάρη 3,4

Ειδικό Κέντρο Εφηβικής Ιατρικής (Ε.Κ.Ε.Ι.) και Έδρα UNESCO Εφηβικής Υγείας και Ιατρικής, Χωρέμειο Ερευνητικό Εργαστήριο, Α' Παιδιατρική Κλινική Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Αθήνα

Τμήμα Χειρουργικής Καρδιάς-Θώρακος-Αγγείων, Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο Ευαγγελισμός», Αθήνα

Μονάδα Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Διαβήτη, Α' Παιδιατρική Κλινική Ιατρικής Σχολής Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Η Αγία Σοφία», Αθήνα

Μονάδα Ενδοκρινολογίας και Μεταβολισμού, Κέντρο Κλινικής Έρευνας, Ίδρυμα Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, Αθήνα

Σκοπός: Η μελέτη διαφορών και προγνωστικών παραγόντων των συγκεντρώσεων στον ορό της 25-υδροξυβιταμίνης D[25(ΟΗ)D]σε γυναίκες με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών (ΣΠΩ) συγκριτικά με γυναίκες ομάδας έλεγχου αντίστοιχου Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ).

Μέθοδος: Μετα-ανάλυση μελετών που ανακτήθηκαν από τρεις βάσεις δεδομένων από το 2003 έως το 2015 και στις οποίες αξιολογήθηκαν οι συγκεντρώσεις 25(ΟΗ)D ορού σε γυναίκες με ΣΠΩ και ομάδα έλεγχου. Διενεργήθηκε μετα-παλινδρόμηση με ανθρωπομετρικές και μεταβολικές/ενδοκρινικές παραμέτρους ως συμμεταβλητές.

Αποτελέσματα: Συνολικά 14 μελέτες πληρούσαν τα κριτήρια εισαγωγής στη μετα-ανάλυση και περιλάμβαναν 2.262 γυναίκες (1.100 γυναίκες με ΣΠΩ και 1.162 μάρτυρες). Οι συγκεντρώσεις στον ορό της 25(ΟΗ)D, της ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης(FSH) και της δεσμευτικής σφαιρίνης των φυλετικών ορμονών (SHBG) ήταν στατιστικώς σημαντικά χαμηλότερες σε γυναίκες με ΣΠΩ συγκριτικά με τις γυναίκες χωρίς ΣΠΩ (ομάδα έλεγχου). Ο δείκτης HOMA-IR(Homeostaticmodelassessment-insulinresistanceindex) και οι συγκεντρώσεις στον ορό ινσουλίνης, ολικής χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων, χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνών χοληστερόλης (LDL-C), ωχρινοτρόπου ορμόνης(LH) και τεστοστερόνης ήταν στατιστικώς σημαντικά υψηλότερα στις γυναίκες με ΣΠΩ συγκριτικά με τους μάρτυρες.

Η ανάλυση μετα-παλινδρόμησης ανέδειξεως προγνωστικούς δείκτες της συγκέντρωσης 25 (ΟΗ)Dτην αναλογία περιμέτρου μέσης/γοφών και τη γλυκόζη νηστείας τόσο σε γυναίκες με ΣΠΩ (β = -1,60, 95% CI: -2,30 έως -0,90, P=0,003; β = 0,20, 95% CI: 0,80 έως 0,32, P=0,004, αντίστοιχα) όσο και σε μάρτυρες (β = -2,36, 95% CI: -3,38 έως -1,33, P=0,003; β = 0,11, 95% CI: 0,00 έως 0,21, P=0,05, αντίστοιχα) καθώς και το ολικό ασβέστιο και την LH μόνο στις γυναίκες με ΣΠΩ (β = 2,43, 95% CI: 1,67 έως 3,19, P=0,005; β = -0,37, 95% CI: -0,68 έως -0,06, P=0,03, αντίστοιχα).

Συμπεράσματα: Οι συγκεντρώσεις της 25(OH)D στον ορό μπορούν να προβλεφθούν από τις συγκεντρώσεις ολικούασβεστίου και LH στις γυναίκες με ΣΠΩ. H αναλογία περίμετρου μέσης/γοφών και η γλυκόζη νηστείας φαίνεται πως αποτελούν γενικότερους προγνωστικούς δείκτες της 25(OH)D σε γυναίκες με ή χωρίς ΣΠΩ. Μελλοντικές τυχαιοποιημένες μελέτες είναι απαραίτητες για να διερευνηθεί πλήρως ο ρόλος της βιταμίνης D στο Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών.

Ε.Α.10.

ΜΕΤΑΒΟΛΗ ΑΝΑΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΤΑ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ 50 ΕΤΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Π. Μινάκη 1, Φ. Ορφανός1, Α. Μπαρμπούνη2, Ε. Σαμόλη1, Β. Μπενέτου1, Χ. Μπάμια1, Α. Νάσκα1, Π.Λάγιου1,3, Α. Λάγιου4

Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής, Ιατρική Σχολή, ΕΚΠΑ

Τομέα Δημόσιας και Διοικητικής Υγιεινής, ΕΣΔΥ

Dept. of Epidemiology, HarvardT.H.Chan SchoolofPublicHealth

Τμήμα Δημόσιας Υγείας και Κοινοτικής Υγείας, ΣΕΥΠ, ΤΕΙ Αθήνας

Προηγούμενη γνώση: . Η πρώτη επισήμανση για την τεκμηριωμένη πλέον θετική συσχέτιση του αναστήματος με τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού έγινε σε Ελληνική εργασία (Int J Cancer 1969; 4:350) τα δεδομένα της οποίας συνεκτιμώνται στο πλαίσιο του προγράμματος «Ταυτοποίηση των παραγόντων που ευθύνονται για τη διαχρονική αύξηση της θνησιμότητας του καρκίνου του μαστού στην Ελλάδα - πράξη ΘΑΛΗΣ».

Σκοπός: Η αδρή εκτίμηση της συμβολής της αύξησης του αναστήματος των Ελληνίδων από την δεκαετία του 1960 έως και σήμερα στην αύξηση της επίπτωσης του καρκίνου του μαστού στη χώρα μας.

Μέθοδος: Δεδομένα από την ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία για το σχετικό κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του μαστού σε συνάρτηση με αλλαγές στο ανάστημα. Δεδομένα για το μέσο ανάστημα υγιών γυναικών σε έρευνες ασθενών-μαρτύρων για τον καρκίνο του μαστού που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα τις δεκαετίες 1960, 1980, 2000 και 2010.

Αποτελέσματα: Ο σχετικός κίνδυνος καρκίνου του μαστού ανά 10cmαύξησης του αναστήματος εκτιμάται ότι είναι περίπου 1.18, σύμφωνα με δεδομένα από έρευνες στην Ελλάδα (Int J Cancer 1969; 4:350) και το εξωτερικό (LancetOncol 2011;12:785). Στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, με βάση σύγκριση του αναστήματος των μαρτύρων σε μελέτες ασθενών-μαρτύρων για τον καρκίνο του μαστού, το ανάστημα των Ελληνίδων αυξήθηκε κατά περίπου 2,5 cm (Πίνακας).

Μέση τιμή (πιθανό σφάλμα) αναστήματος (σε cm) ανά ηλικιακή ομάδα μαρτύρων. Δεδομένα από μελέτες ασθενών-μαρτύρων που διεξήχθησαν στην Ελλάδα

Δεκαετία

Ηλικία (έτη)

1960

1980

2000

2010

Τιμή P*

-39

N=546

N=215

N=383

N=168

159,9 (0,2)

163,2 (0,4)

163,6 (0,3)

163,0 (0,5)

<0,001

40-49

N=585

N=288

N=375

N=178

159,4 (0,2)

160,9 (0,3)

160,8 (0,3)

162,3 (0,4)

<0,001

50-59

N=553

N=386

N=261

N=141

158,9 (0,2)

160,4 (0,3)

160,1 (0,4)

160,5 (0,5)

0,001

60+

N=596

N=475

N=178

N=84

157,9 (0,2)

160,6 (0,3)

157,7 (0,6)

159,1 (0,7)

0,080

Σύνολο

N=2,280

N=1,364

N=1197

N=571

<0,001

159,0 (0,1)

161,0 (0,2)

161,1 (0,2)

161,6 (0,3)

*p-valuefortrend

Με βάση το σχετικό κίνδυνο καρκίνου του μαστού σε σχέση με το ανάστημα, γυναίκες υψηλότερες κατά 2,5 cmέχουν αυξημένο κίνδυνο κατά 4,2%. Αν κατ’ έτος στην Ελλάδα προσβάλλονται από καρκίνο του μαστού περί τις 4500 γυναίκες, μπορεί να εκτιμηθεί ότι η αύξηση του αναστήματος κατά 2,5 cm στη διάρκεια της τελευταίας 50ετίας θα έχει συμβάλλει στην πρόκληση της νόσου σε περίπου 190 από αυτές.

Συμπέρασμα: Ένα μικρό, αλλά μη αμελητέο, ποσοστό της αύξησης του καρκίνου του μαστού στη χώρα μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να οφείλεται στην αύξηση του αναστήματος των Ελληνίδων.