Follow Us

Ευθύνη του επαγγελματία υγείας που φροντίζει τον έφηβο

Ηλέκτρα Κουτσούκου Νομικός, PhD Δικαιώματα Παιδιού Επιστ. Συνεργάτης Παν/μιου Πελοποννήσου Επιστ. Συνεργάτης Μονάδας Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.), Β’ Παιδιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Νοσοκομείο Παίδων «Π & Α Κυριακού»

Περίληψη: Στόχο του παρόντος άρθρου αποτελεί να διερευνηθεί ο ρόλος και η νομική ευθύνη του επαγγελματία υγείας σε σχέση με τον έφηβο. Ειδικότερα, θα διερευνηθούν τρία ζητήματα που ανακύπτουν κατά την αλληλεπίδραση του επαγγελματίας υγείας, ειδικότερα του ιατρού, με τον ανήλικο ασθενή. Τα ζητήματα αυτά αφορούν σε ζητήματα «συμμετοχής» του ανήλικου ασθενή σε σχέση με τις ιατρικές πράξεις (πχ διατύπωση γνώμης του ανήλικου για θεραπεία κτλ), σε ζητήματα που αφορούν την αλληλεπίδραση του ιατρού με τους γονείς ή τους ασκούντες την γονική μέριμνα του ανήλικου ασθενούς, όπως περιπτώσεις διαφωνίας των γονέων για τη θεραπεία εν γένει ή διαφωνίες μεταξύ των γονέων που τελούν σε διάσταση κτλ. και, τέλος, σε ζητήματα στάθμισης τήρησης του ιατρικού απορρήτου και του συμφέροντος του ανηλίκου. Νομικά εργαλεία για την προσέγγιση των εν λόγω ζητημάτων θα αποτελέσει, κατά κύριο λόγο, η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού, ενώ, επικουρικά, θα γίνει μνεία και στον Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας . Μέσα από αυτή την επισκόπηση θα διαπιστωθεί αν και κατά πόσο οι διατάξεις που ρυθμίζουν την ευθύνη του επαγγελματία υγείας που σχετίζεται με τον έφηβο, αλλά και η διαμορφωμένη πρακτική είναι συμβατές με το πνεύμα που διέπει την Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Πολύ συχνά ανακύπτει το ζήτημα αν ο ανήλικος ασθενής μπορεί να συμμετέχει στην απόφαση για κάποια θεραπεία του. Σύμφωνα με το άρθρο του ΚΙΔ (12 παργ 2 εδάφιο β), αν ο ασθενής είναι ανήλικος, δηλαδή κάτω από 18 ετών, λαμβάνεται υπόψη και η γνώμη του, εφόσον ο ανήλικος, κατά την κρίση του ιατρού, έχει την ηλικιακή, πνευματική και συναισθηματική ωριμότητα να κατανοήσει την κατάσταση της υγείας του, το περιεχόμενο της ιατρικής πράξης και τις συνέπειες ή τα αποτελέσματα ή τους κινδύνους της πράξης αυτής. Η συναίνεση, όμως, σε ιατρική πράξη σύμφωνα με τον ΚΙΔ (12 παρ. 2β)αα) σε ανήλικο ασθενή δίδεται από αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα ή έχουν την επιμέλεια του ανηλίκου . Το άρθρο 12 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού (εφεξής: ΔΣΔΠ) κατοχυρώνει το δικαίωμα των παιδιών να εκφράζουν τις απόψεις τους ανάλογα πάντα με την ηλικία τους και το βαθμό ωριμότητάς τους (12παρ.1 ΔΣΔΠ)[1] σε οποιοδήποτε ζήτημα που τα αφορά, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η κίνηση κάποιας διαδικασίας. Κατά την γνώμη μας, ορθότερο θα ήταν η ικανότητα του ανηλίκου για έγκυρη συναίνεση να εξαρτάται από την ωριμότητά του (πνευματική και πραγματική) και όχι από την δικαιοπρακτική του ικανότητα, όπως συμβαίνει με τον ισχύοντα Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας.[2]

Τί γίνεται, όμως, σε περίπτωση που οι ασκούντες τη γονική μέριμνα αρνούνται να συναινέσουν για κάποια ιατρική πράξη, όπως, για παράδειγμα, σε μετάγγιση αίματος τέκνων μαρτύρων του Ιεχωβά;[3] Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1534 του Αστικού Κώδικα "σε περίπτωση όπου υπάρχει κατεπείγουσα ανάγκη ιατρικής επέμβασης, για να αποτραπεί κίνδυνος ζωής ή υγείας του τέκνου, ο εισαγγελέας πρωτοδικών μπορεί, αν αρνούνται οι γονείς, να δώσει αυτός αμέσως την απαιτούμενη άδεια, ύστερα από αίτηση του αρμόδιου για τη θεραπεία γιατρού ή του διευθυντή της κλινικής όπου νοσηλεύεται το τέκνο ή οποιουδήποτε άλλου αρμόδιου υγειονομικού οργάνου". Η προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή άδεια του εισαγγελέα πρωτοδικών αναπληρώνει την συναίνεση των ασκούντων τη γονική μέριμνα γονέων, οι οποίοι, εν προκειμένω, αρνούνται να συναινέσουν. Όταν, δηλαδή, στο πλαίσιο της επιμέλειας του προσώπου του τέκνου, οι γονείς συνειδητά αρνούνται να συναινέσουν, η άδεια του εισαγγελέα πρωτοδικών μπορεί να υποκαταστήσει τη γονική συναίνεση.

Ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας (ν. 3418/ 2005), σε σχέση με το ζήτημα της συναίνεσης του ενημερωμένου ασθενούς, ορίζει κατ` αρχήν ότι (άρθρο 12 § 1 ΚΙΔ) ο γιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης, αν δεν έχει προηγηθεί συναίνεση του ασθενούς.Όμως, στο ίδιο άρθρο του ΚΙΔ προβλέπονται και εξαιρέσεις, ειδικότερα δε, αναφορικά με ανήλικο ασθενή, ορίζεται ότι (άρθρο 12 § 3 στοιχ. γ ΚΙΔ) "κατ` εξαίρεση δεν απαιτείται συναίνεση ... γ) αν οι γονείς ανήλικου ασθενούς ... αρνούνται να δώσουν την αναγκαία συναίνεση και υπάρχει ανάγκη άμεσης παρέμβασης, προκειμένου να αποτραπεί ο κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία του ασθενούς"

Συνεπώς, εάν συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις (κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία ανηλίκου τέκνου, ανάγκη άμεσης ιατρικής παρέμβασης, άρνηση των γονέων να συναινέσουν)δεν απαιτείται πλέον να απευθυνθεί ο αρμόδιος γιατρός στον εισαγγελέα πρωτοδικών για να δοθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 1534 ΑΚ εισαγγελική άδεια.Η διάταξη αυτή του Αστικού Κώδικα πρέπει να θεωρηθεί πλέον πως έχει καταργηθεί σιωπηρά, καθώς η διαφορετική ρύθμιση του ίδιου θέματος με μεταγενέστερη διάταξη σημαίνει εφαρμογή της γενικής αρχής «ο μεταγενέστερος νόμος καταργεί τον προηγούμενο» ("lexposteriorderogatpriori" (πρβλ. αρθρ. 2 ΑΚ)), δηλαδή εν προκειμένω εφαρμόζεται το άρθρο 12 § 3 στοιχ. γ ΚΙΔ έναντι του άρθρου 1534 ΑΚ.[4]

Συνεπώς, ο σύγχρονος νομοθέτης δείχνει εμπιστοσύνη στον θεράποντα ιατρό και με κριτήρια την ευθυκρισία, την επιστημονική κατάρτιση και συνείδηση του θεράποντος γιατρού, εξαρτά από τη δική του απόφαση και μόνο, χωρίς άλλη παρέμβαση, την πραγματοποίηση της κατεπείγουσας ιατρικής επέμβασης στον ανήλικο ασθενή, όταν οι γονείς του αρνούνται τη συναίνεση παρά την ύπαρξη κινδύνου για τη ζωή ή την υγεία του τέκνου τους, με γνώμονα, πάντα, το συμφέρον του τέκνου.[5]

Τέλος, αξιοσημείωτο είναι πως, από το συνδυασμό των άρθρων 13παρ3 του ΚΙΔ, αλλά 371 παρ 4 ΠΚ, προκύπτει πως επιτρέπεται παραβίαση επαγγελματικής εχεμύθειας από τον ιατρό, όταν προσπαθεί να διαφυλάξει τη ζωή, τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα, την προσωπική ελευθερία, τη γενετήσια ελευθερία και αξιοπρέπεια, αλλά και την παιδική ηλικία[6] και τη νεότητα, εκπληρώνει δηλαδή καθήκον του ή διαφυλάσσει έννομο ή δικαιολογημένο ουσιώδες συμφέρον, που δεν μπορούσε να διαφυλαχθεί διαφορετικά.

Βιβλιογραφία

Ξενόγλωσση

EekelaarJ.,The interests of the child and the child’s wishes, στο: Τhe role of dynamic self determinism στο:P. Alston(ed.),The best interest of the child, Reconciling Culture and Human Rights, Oxford University Press, Unicef International Child Development Centre, Florence, 1994.

FreemanM., Children’s rights ten years after ratification, στο: Β. Franklin (ed.), The New Handbook of Children’s Rights: Comparative PPractice, Routledge, London-New York, 2002.

FreemanM., Introduction: Children’s as Persons, στο: M. Freeman (ed.), Children’s Rights, A comparative Perspective, Dartmouth, Aldershot, 1996.

FreemanM., Children’s rights ten years after ratification, στο: Β. Franklin (ed.), The New Handbook of Children’s Rights: Comparative Policy and Practice, Routledge, London-New York, 2002.

FreemanM., Introduction: Children’s as Persons, στο: M. Freeman (ed.), Children’s Rights, A comparative Perspective, Dartmouth, Aldershot, 1996.

Freeman M., The Sociology of Childhood and Children’s Rights, The International Journal of Children’s Rights 6, 1998, 433επ.

James A., ProutΑ.,Constructing and Reconstructing Childhood, Falmer Press, Basingstoke, 1990.

Jellinek G., System der Subjektiven Öffentlichen Rechte, Mohr Siebeck Verlag, Tübingen, 1919.

Jenks C., The Sociology of Childhood: Essential Readings, BatsfordAcademic and Educational, London, 1982.

Kaufman N. H., and Flekkoy M.G., Participation Rights of the Child: Psychological and Legal Considerations, Child Legal Rights Journal 18, 1998, 15 επ.

βλέπειMassonJ., Contact between Parents and Children in Long-Term Care: Τhe Unresolved Dispute, International Journal of Law & Family 4, 1990, 97 επ.

MayallB., SociologyofChildhoodin Relation to Children’sRights, InternationalJournal Children’sRights 8,2000,243επ.

Moes S.,Being seen and Heard: Webster V. Ryan’sConstitutionalProtectionforChildren’sRightstomaintaincontactwithfosterparents, University Cincinatti Law Review 71, 2002-2003, 331 επ.

Moshman D., ΑFirst Amendment Analysis, in: Children’s Intellectual Rights, Wiley & Sons, San Francisco, 1986.

Mosikatsana T.,Children’s Rights and Family Autonomy in theSouth African Context: ΑComment on Children’s Rights under the Final Constitution, Michigan Journal of Race and Law 3, 1997-1998, 341 επ.

Veerman P.,The Rights of the Child and the Changing Image of Childhood, Martinus Nijhoff, Dordrecht/Boston/London, 1992.

Verhellen E., Children’s Ombudswork: Motives and Strategies, στο: M. Droogleever Fortuuyn en M. De Langen (eds), Towards the Realization of Human Rights for Children, Defence for Children, Amsterdam, 1992.

Verhellen E., Children’s Rights in Europe, The International Journal of Children’s Rights 1, 1993, 357 επ.

Ελληνική

Η. Κουτσούκου, Η νομική προστασία του Παιδιού στην Ελλάδα, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα


[1][1] Kaufman N. H., and Flekkoy M.G., Participation Rights of the Child: Psychological and Legal Considerations, Child Legal Rights Journal 18, 1998, 15 επ.

[2][2] Κουτσούκου., Η., Η νομική προστασία του Παιδιού στην Ελλάδα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2013, Αθήνα.

[3][3]MassonJ., Contact between Parents and Children in Long-Term Care: Τhe Unresolved Dispute, International Journal of Law & Family 4, 1990, 97 επ.

[4][4] 3/ 2008, ΔιάταξηΕισαγγελέαΠρωτοδικώνΘεσαλλονίκης

[5][5] ) Eekelaar J.,The interests of the child and the child’s wishes, στο: Τhe role of dynamic self determinism στο:P. Alston(ed.),The best interest of the child, Reconciling Culture and Human Rights, Oxford University Press, Unicef International Child Development Centre, Florence, 1994.ουεπιτρέπε

[6][6]Βλ. ΓενικάJames A., ProutΑ.,Constructing and Reconstructing Childhood, Falmer Press, Basingstoke, 1990.