Follow Us

Σεξουαλικότητα και εφηβεία

Η σεξουαλικότητα αποτελεί ένα ιδιαίτερα σύνθετο φαινόμενο-αποτέλεσμα της επίδρασης τόσοβιολογικών, όσο και ψυχοκοινωνικών-περιβαλλοντικών παραγόντων (Πίνακας 7.1). Είναι επίσης η απόδειξη ότι οι άνθρωποι χρειάζονται την επαφή με άλλους ανθρώπους, και αυτή η ανταλλαγή συναισθημάτων και εμπειριών ξεκινά με τη γέννηση και τελειώνει με το τέλος της ζωής.

Από την βρεφική και νηπιακή ακόμη ηλικία, τα παιδιά παρουσιάζουν έμφυτη περιέργεια και εξερευνούν το σώμα τους, ενώ παράλληλα παρατηρούν το σώμα των άλλων μελών της οικογένειας. Ανακαλύπτουν τα γεννητικά τους όργανα σε ηλικία 8-10 μηνών και συνειδητοποιούν το φύλο τους περίπου σε ηλικία τριών ετών. Σε ηλικία τεσσάρων ετών αποκτούν τη σταθερότητα συνείδησης του φύλου (γνωρίζουν ότι πάντοτε θα είναι αγόρια ή κορίτσια), και υιοθετούν συμπεριφορές συμβατές με το κοινωνικό τους φύλο (παίζουν «αγορίστικα» ή «κοριτσίστικα» παιχνίδια, ντύνονται ανάλογα κ.λπ). Το ενδιαφέρον τους για το σώμα είναι έντονο και εκφράζεται με το παιχνίδι (παίζουν «γιατρό» ή ξεντύνονται και αυτοπαρατηρούνται),και παρατηρώντας το σώμα των γονιών τους ή αγγίζοντας σημεία του, όπως το στήθος της μαμάς κ.λπ. Κατά τη μέση παιδική ηλικία τα παιδιά συναναστρέφονται κυρίως ομόφυλους και συχνά σχηματίζουν ομάδες του ιδίου φύλου για το παιχνίδι και τις δραστηριότητες. Μπορεί να παρατηρηθεί αντιδραστική συμπεριφορά για τα παιδιά του αντίθετου φύλου, ίσως ως μέσο ενίσχυσης της φυλετικής τους συνείδησης.

Η σεξουαλική αγωγή ξεκινά από την βρεφική ακόμη ηλικία και ο παιδίατρος μπορεί να συζητήσει το θέμα με τους γονείς και να τους ενημερώσει για τη φυσιολογική δραστηριότητα της σεξουαλικής εξερεύνησης των πρώτων χρόνων. Οι γονείς ενθαρρύνονται να ονομάζουν τη γεννητική περιοχή κατά το άλλαγμα της πάνας ή το μπάνιο, να απαντούν με σαφήνεια, απλότητα και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις των παιδιών και αργότερα να συμβάλλουν θετικά στην οριοθέτηση των συνηθειών και συμπεριφορών του (τι συνήθως γίνεται σε προσωπικό χώρο, τι μπορεί να γίνει δημοσίως κ.λπ). Ο αυνανισμός μπορεί φυσιολογικά να παρατηρηθεί από την νηπιακή ακόμη ηλικία, και είναι σημαντικό να το γνωρίζουν οι γονείς, ώστε να αποφευχθούν αρνητικές αντιδράσεις. Όλες οι συζητήσεις των γονέων με τα παιδιά γίνονται με ειλικρίνεια, σαφήνεια, απλότητα και συνέπεια, χωρίς υπερβολές, αναίτια γέλια ή αναβλητικότητα. Οι ηθικές αξίες, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και οι εμπειρίες των γονέων ενδέχεται να επηρεάσουν την συμπεριφορά τους και να οδηγήσουν σε λανθασμένα ή αρνητικά μηνύματα για την έκφραση της σεξουαλικότητας. Το πολιτισμικό πλαίσιο, τα ήθη και τα έθιμα κάθε τόπου θα καθορίσουν επίσης, ως ένα βαθμό, τη σεξουαλική συμπεριφορά. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη στη βιβλιογραφία, τα προσχολικά χρόνια είναι τα πιο καθοριστικά για την ανάπτυξη και έκφραση της μετέπειτα σεξουαλικότητας, και τα μηνύματα που δίνονται από το περιβάλλον κατά την περίοδο αυτήχαρακτηρίζουν την ποιότητα της μελλοντικής σεξουαλικής ζωής.

Αν και τα πρώτα χρόνια ζωής είναι απόλυτα καθοριστικά όπως προαναφέρθηκε, η εφηβεία είναι η ηλικία που το σώμα «ξυπνάει» και η σεξουαλικότητα εκφράζεται πιο έντονα από κάθε άλλη περίοδο της ζωής, ως έκφραση της ορμονικής «έκρηξης» που ακολουθεί την ορμονική νηνεμία της παιδικής ηλικίας. Οι μεταβολές είναι πολλές και σε διάφορα επίπεδα (σωματικές, γνωσιακές, ψυχοκοινωνικές), και οι ανάγκες του εφήβου σχετίζονται με τη διαχείριση αυτών των αλλαγών με ζητούμενο την κατάκτηση των βασικών στόχων της περιόδου αυτής, με όσο λιγότερες αρνητικές επιπτώσεις ή δυσκολίες που ενδεχομένως μπορεί να προκύψουν από λανθασμένους χειρισμούς.

Η ήβη αφορά τις σωματικές αλλαγές της εφηβείας και ξεκινά μετά τα 8 χρόνια για τα κορίτσια και μετά τα 9 χρόνια για τα αγόρια. Το πρώτο σημάδι ήβης στα κορίτσια είναι συνήθως η θηλαρχή (80%), ωστόσο σε 20% των κοριτσιών η ήβη ξεκινά με την αδρεναρχή. Η έμμηνος ρύση παρουσιάζεται 1-3 χρόνια μετά τη θηλαρχή (συνηθέστερα μεταξύ 12 και 13 ετών), ενώ η αυξητική αιχμή κατά την οποία η ανάπτυξη σε ύψος είναι αξιοσημείωτη (25% του τελικού ύψους) προηγείται και παρατηρείται σε συνήθη ηλικία περί τα 11.5 έτη.

Στα αγόρια την έναρξη της ήβης σηματοδοτεί η αύξηση του όγκου των όρχεων >4ml και η αυξητική τους αιχμή παρατηρείται σε μέση ηλικία 13.5 ετών. Η συσχέτιση των Σταδίων Εφηβικής Ανάπτυξης (ΣΕΑ) κατά Tanner με σταθμούς της εφηβείας όπως η αυξητική αιχμή και η έμμηνος ρύση καθοδηγεί γονείς και ειδικούς σχετικά με την πορεία ανάπτυξης του εφήβου (Κεφάλαιο 2).

Η εφηβεία χωρίζεται σε τρεις βασικές περιόδους : την πρώϊμη (10-13 έτη), τη μέση (14-17 έτη) και την όψιμη (>17 έτη). Η κάθε μία έχει τα δικά της ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά (Κεφάλαιο 2), ωστόσο θα πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη ότι είναι αρκετά σύνηθες η ψυχοκοινωνική ανάπτυξη, να μην συμβαδίζει με τη χρονολογική ηλικία ή τη σωματική ανάπτυξη του εφήβου. Η εκτίμηση του ψυχοκοινωνικού σταδίου είναι πολύ σημαντική, και γίνεται με την παρατήρηση της εμφάνισης και συμπεριφοράς, καθώς και την καταγραφή των απόψεων του/της εφήβου για γενικά θέματα συζήτησης.Για παράδειγμα, ίσως αποδειχθεί επιζήμιο να συζητηθούν λεπτομερώς θέματα σεξουαλικής αγωγής με έναν έφηβο που αν και χρονολογικά ή/και σωματικά ανήκει στη μέση εφηβεία, ψυχοκοινωνικά βρίσκεται στην πρώϊμη και δεν έχει ακόμη συγκεκριμένες ερωτικές ανησυχίες. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι όταν ο έφηβος ανήκει ψυχοκοινωνικά στην πρώϊμη εφηβεία, συνήθως δεν ενοχλείται από την παρουσία των γονέων (ή/και την επιδιώκει), ενώ κατά τη μέση εφηβεία ανακουφίζεται όταν μένει μόνος με τον παιδίατρο και μπορεί να συζητήσει θέματα που τον απασχολούν με εχεμύθεια.

Μετά την είσοδο στην πρώϊμη εφηβεία, ο παιδίατρος θα επιδιώξει να συζητά με τον έφηβο και χωρίς την παρουσία των γονέων, ώστε να προετοιμαστεί το έδαφος για τη μέση εφηβεία, κατά την οποία ενδεχομένως να προκύψει έντονη η ανάγκη εμπιστευτικότητας. Επιπλέον, θα ενθαρρύνει τους γονείς να πραγματοποιήσουν την πρώτη συζήτηση με προσωπικό χαρακτήρα με το παιδί (έως τώρα οι συζητήσεις είχαν καθαρά ενημερωτικό χαρακτήρα, χωρίς προσωπική χροιά), πριν την ηλικία των 12 ετών. Αυτή η συζήτηση άλλωστε, ίσως να είναι από τις τελευταίες τους ευκαιρίες να περάσουν μηνύματα, αφού σε λίγο την πρωταγωνιστική θέση στη ζωή του εφήβου θα έχουν οι συνομήλικοι (μέση εφηβεία). Σύμφωνα με στοιχεία των Η.Π.Α., 37% των εφήβων 12-19 ετών θεωρούν ότι οι γονείς τους επηρεάζουν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη πηγή ενημέρωσης στις αποφάσεις τους σχετικά με τη σεξουαλική δραστηριότητα, έναντι 33% που βάζουν στην πρώτη θέση τους φίλους. Ανάλογα αποτελέσματα ανέδειξε μελέτη της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.) της Β΄ Παιδιατρικής Κλινικής σε δείγμα 529 μαθητών της Αττικής, κατά το σχολικό έτος 2007 (γονείς 22%, φίλοι 21%, σχολείο 18.2% και ακολουθούν το διαδίκτυο, τα αδέλφια, η τηλεόραση, τα περιοδικά και τα βιβλία).

Ο γονιός (προτιμότερο του ιδίου φύλου με το παιδί), θα θίξει θέματα ανατομίας, εφηβικής ανάπτυξης, αναπαραγωγικής λειτουργίας, αντισύλληψης, εγκυμοσύνης, σεξουαλικά μεταδιδομένων νοσημάτων κ.λπ. Όλα αυτά τα θέματα δεν καλύπτονται βέβαια με μία και μόνο συζήτηση και η διαδικασία ενημέρωσης είναι συνεχής και δυναμική, εξατομικευμένη ανάλογα με την ανάπτυξη του εφήβου και τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε ζευγαριού «γονιός-έφηβος». Σημαντική είναι η προετοιμασία του γονιού με τα κατάλληλα βιβλία και βέβαια με τις συζητήσεις του με τον παιδίατρο. Είναι σημαντικό να είναι αληθινός και άμεσος στη συζήτηση και να παραδεχθεί στον έφηβο ότι «ίσως δεν αισθάνεται πολύ άνετα να μιλά για το θέμα αυτό, ωστόσο η αγάπη και το ενδιαφέρον του οδηγούν στην ανάγκη να είναι αυτός που θα δώσει αυτές τις πληροφορίες στο παιδί του». Είναι σημαντικό να μην δημιουργηθεί η εντύπωση ότι η σεξουαλική πράξη δημιουργεί μόνο προβλήματα και δυσκολίες. Εάν ο γονιός αισθάνεται εξαιρετικά ανέτοιμος να κάνει μια τέτοια συζήτηση, ο παιδίατρος μπορεί να βοηθήσει και να αναλάβει την ενημέρωση και καθοδήγηση του εφήβου.

Η σεξουαλική αγωγή είναι σημαντικό να γίνεται με μη κριτικό πνεύμα, με αντικειμενικότητα και παράθεση επιστημονικών στοιχείων, με παραδείγματα και ενεργό συμμετοχή του εφήβου. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται υποθετικοί διάλογοι (roleplays) προκειμένου να εκπαιδευτεί ο έφηβος στην αντιμετώπιση καταστάσεων που μπορεί να προκύψουν (π.χ. στο να μην δέχεται τη σεξουαλική δραστηριότητα μετά από πίεση του συντρόφου, ή σε περίπτωση που είναι σεξουαλικά δραστήριος/α να χρησιμοποιεί αποτελεσματική προστασία και αντισύλληψη κ.λπ, Πίνακες 4 και 5).

Το ερωτικό ενδιαφέρον, ο ρομαντισμός, η έκφραση συναισθημάτων και η γλώσσα του σώματος φυσιολογικά αναπτύσσονται κατά τη μέση κυρίως εφηβεία, ωστόσο γνωσιακά και ψυχοκοινωνικά (Κεφάλαιο 2) ο έφηβος δεν είναι έτοιμος να διαχειριστεί όλο το συναισθηματικό, αλλά και οργανικό φορτίο μιας ολοκληρωμένης σεξουαλικής επαφής. Εξιδανικεύει το σύντροφο και ενθουσιάζεται εύκολα, απογοητεύεται γρήγορα, οι ρομαντικές σχέσεις του διαρκούν λίγο και είναι πολλές στη σειρά (φαινόμενο serialmonogamy). Επιπλέον δεν έχει αναπτύξει την υποθετική του σκέψη και είναι προσκολλημένος στο παρόν με αποτέλεσμα να αντιλαμβάνεται με δυσκολία τις μελλοντικές συνέπειες των πράξεών του και να αναπτύσσει τον «προσωπικό του μύθο (personalmyth)» : «είμαι άτρωτος και αποκλείεται να μου συμβεί κάτι κακό». Οι πρακτικές δυσκολίες (δεν υπάρχει προσωπικός χώρος χωρίς γονική επιστασία και συνεπώς η δυνατότητα να προγραμματίζονται οι επαφές), σε συνδυασμό με όλα τα παραπάνω μπορεί να τον οδηγήσουν σε σεξουαλική δραστηριότητα υψηλού κινδύνου (πολλοί σύντροφοι, επαφές χωρίς προστασία κ.λπ).

Ένα από τα πλέον συχνά ερωτήματα που θέτουν οι έφηβοι στον γιατρό τους είναι το «ποια είναι η καταλληλότερη ηλικία για την έναρξη σεξουαλικής δραστηριότητας;». Η απάντηση δεν είναι απλή, και το μήνυμα που θα πρέπει να δοθεί είναι ότι η σεξουαλική πράξη είναι από τα κορυφαία και συγκλονιστικότερα γεγονότα της ζωής, αρκεί να είναι υπάρχει η ψυχοκοινωνική και γνωσιακή ωριμότητα για την απόλαυσή της. Με την έννοια αυτή, αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένο ηλικιακό κατώφλι και η συμβουλή εξατομικεύεται, είναι προτιμότερο να προάγεται καταρχήν η αποχή έως και την όψιμη εφηβεία, όπου οι στόχοι της ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης έχουν συνήθως κατακτηθεί και μια λειτουργική ρομαντική σχέση σε ρεαλιστικό πλαίσιο είναι πλέον εφικτή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν ρομαντικές σχέσεις με ερωτική τρυφερότητα και ενδιαφέρον κατά τις προηγούμενες περιόδους. Τα παραπάνω ισχυροποιούνται από στοιχεία μελετών που αποδεικνύουν ότι η πρώϊμη έναρξη της σεξουαλικής ζωής των εφήβων οδηγεί σε σχολική αποτυχία, πολλούς σεξουαλικούς συντρόφους, μη ασφαλή σεξουαλική δραστηριότητα, βίαιη σεξουαλική συμπεριφορά και άλλες συμπεριφορές υψηλού κινδύνου (χρήση καπνού, αλκοόλ, επικίνδυνη οδική συμπεριφορά κ.λπ). Τα 2/3 (66%) των εφήβων που συμμετείχαν σε μελέτη για την εφηβική εγκυμοσύνη στις Η.Π.Α. αναφέρουν εκ των υστέρων ότι θα προτιμούσαν να είχαν ξεκινήσει αργότερα τη σεξουαλική τους ζωή.

Πολλοί ωστόσο είναι οι έφηβοι που ξεκινούν τη σεξουαλική τους ζωή κατά την πρώϊμη ή μέση εφηβεία. Σύμφωνα με στοιχεία των Η.Π.Α. για το 2005, 6.2% (12.7% αγόρια και 3.7% κορίτσια) των εφήβων δραστηριοποιούνται σεξουαλικά πριν την ηλικία των 13 ετών. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό φαίνεται πως είναι πολύ μικρότερο, όχι όμως ανύπαρκτο. Στοιχεία από τη μελέτη της Μ.Ε.Υ. το 2007 στην Αττική είναι τα παρακάτω : (α). μέχρι τα 16 χρόνια ζωής 20% των εφήβων ( 1 προς 3 όσον αφορά στην αναλογία κοριτσιών αγοριών) έχουν ξεκινήσει τη σεξουαλική ζωή τους, (β) από τους σεξουαλικά δραστήριους εφήβους, 5.7%, 10.2%, 44.3%, 33% και 2.3% ξεκίνησαν σεξουαλική δραστηριότητα σε ηλικία 12, 13, 14, 15 και 16 ετών αντίστοιχα (γ) 40% των εφήβων είχαν κάποια σεξουαλική εμπειρία εκτός της διεισδυτικής επαφής. Το τελευταίο αυτό στοιχείο θέτει προβληματισμούς για άλλες συμπεριφορές πειραματισμού, εκτός της διεισδυτικής επαφής (στοματικό σεξ, κολπική επαφή χωρίς πλήρη διείσδυση κ.λπ), τις οποίες συχνά προτιμούν οι έφηβοι, θεωρώντας μάλιστα εσφαλμένα ότι με τον τρόπο αυτό δεν εκθέτουν τον εαυτό τους σε κινδύνους.Οι συμπεριφορές αυτές θα πρέπει να διερευνώνταικατά τη διάρκεια των συνεδριών σεξουαλικής αγωγής και να τονίζεται η ανάγκη προστασίας, όπως ακριβώς και στην περίπτωση διεισδυτικής επαφής. Η ενημέρωση για τους τρόπους αντισύλληψης και την προστασία από τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ) προετοιμάζουν τον έφηβο για μια υπεύθυνη στάση και συμβάλλουν στην καθυστέρηση της έναρξης της σεξουαλικής ζωής.

Στους εφήβους που επιλέγουν να είναι σεξουαλικά ενεργοί με οποιοδήποτε τρόπο, παρά τη συμβουλευτική γονέων ή/και του παιδιάτρου για καθυστέρηση αυτής της δραστηριότητας, το βάρος δίνεται στη σωστή ενημέρωση για τις επιλογές αντισύλληψης και την προστασία από τα ΣΜΝ.

Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί η ανάγκη μη κριτικής στάσης του παιδιάτρου (ανεξάρτητα από τις προσωπικές ή θρησκευτικές του αντιλήψεις) και η τήρηση του απορρήτου εάν ο έφηβος το επιθυμεί. Πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι η έγκαιρη και σωστή ενημέρωση έχουν σαν αποτέλεσμα την καθιέρωση συνηθειών που προστατεύουν τον έφηβο από την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και τα ΣΜΝ. Σύμφωνα με στοιχεία των Η.Π.Α. οι έφηβοι συνήθως περιμένουν έναν ολόκληρο χρόνο μετά την έναρξη σεξουαλικής δραστηριότητας προκειμένου να αναζητήσουναποτελεσματική προστασία και αντισύλληψη, με αποτέλεσμα 50% των ανεπιθύμητων κυήσεων να προκύπτουν το πρώτο εξάμηνο μετά την πρώτη σεξουαλική επαφή. Τα ποσοστά εφηβικών γεννήσεων των Η.Π.Α. είναι από τα υψηλότερα του Δυτικού κόσμου (41.7 γεννήσεις ανά 1000 έφηβες), ενώ σε αναδρομική μελέτη δύο μεγάλων Μαιευτηρίων στην Ελλάδα από το έτος 1985 έως το 1998 διαπιστώθηκε ότι 7.53% των γεννήσεων ήταν από έφηβες μητέρες. Η εφηβική κύηση είναι υψηλού κινδύνου με επιπτώσεις στην υγεία της μητέρας και του παιδιού και υψηλά ποσοστά αυτόματης αποβολής (9-14%). Περίπου μισές από τις εφηβικές εγκυμοσύνες καταλήγουν σε άμβλωση, συχνά κάτω από μυστικές και σκοτεινές συνθήκες, με συνεπακόλουθα για τη μελλοντική γονιμότητα των εφήβων και σημαντικές αρνητικές επιδράσεις στην ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη. Για το 30-50% των εφήβων που τελικά γίνονται μητέρες, υπάρχουν σημαντικές μεταβολές στην οικογενειακή, σχολική και κοινωνική τους ζωή.

Δεδομένων των ψυχοκοινωνικών χαρακτηριστικών των εφήβων (Κεφάλαιο 2), αλλά και της ανατομικής τους ευαισθησίας (ευαίσθητα κύτταρα της ζώνης μετάπτωσης στον έξω τράχηλο, μειωμένη άμυνα των βλεννογόνων), αυτοί αποτελούν πληθυσμιακή ομάδα με μη ελεγχόμενη τάση αύξησης των ΣΜΝ, σύμφωνα με στοιχεία των Η.Π.Α. Τα Σ.Μ.Ν. μπορεί να απειλήσουν την υγεία, τη λειτουργικότητα, την μελλοντική γονιμότητα, αλλά και την ίδια τη ζωή ενός εφήβου. Για τους παραπάνω λόγους εκτός από την εκπαίδευση στη χρήση προφυλακτικού σε κάθε σεξουαλική επαφή, είναι σημαντική και η εφαρμογή προγραμμάτων δευτερογενούς πρόληψης σε σεξουαλικά δραστήριους εφήβους (έλεγχος με τεστ Παπανικολάου ετησίως, ανίχνευση δυνητικά ασυμπτωματικών παθογόνων π.χ. χλαμύδια, γονόκοκκος ετησίως, και ανάλογα με την επιδημιολογία της κάθε περιοχής). Ο εμβολιασμός έναντι του ιού HPV αποτελεί σημαντικό όπλο πρωτογενούς πρόληψης των σοβαρών μορφών του πιο συχνού ΣΜΝ και η εφηβική ηλικία είναι η ιδανική ηλικία εμβολιασμού λόγω της ανοσοποιητικής ετοιμότητας του οργανισμού, αλλά και της ισχυρής πιθανότητας μη έκθεσης σε καρκινογόνα στελέχη του ιού.

Σε περίπτωση συμπτωματολογίας ΣΜΝ, ο έφηβος ενημερώνεται για το πώς θα επιδείξει υπεύθυνη συμπεριφορά (Πίνακας 7.2.).

Η παρουσίαση των μεθόδων αντισύλληψης δεν αποτελεί στόχο του παρόντος κειμένου. Είναι ωστόσο ενδιαφέρον να παρουσιαστούν ορισμένα στοιχεία που αφορούν τις τακτικές εφήβων στη χώρα μας. Σύμφωνα με τη μελέτη της Μ.Ε.Υ., από τους σεξουαλικά δραστήριους εφήβους : (α)10% δεν χρησιμοποιούσαν καμία αντισυλληπτική μέθοδο, (β) 39% χρησιμοποιούσαν αναξιόπιστες μεθόδους, όπως οι μέθοδοι ρυθμού ήαπόσυρσης, (γ) 51% χρησιμοποιούσαν το προφυλακτικό, και (δ) 5% χρησιμοποιούσαν το «χάπι». Η χρήση του προφυλακτικού μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια για τον έφηβο, αφού προστατεύει σημαντικά – όχι όμως και απόλυτα- από πολλά ΣΜΝ και την εγκυμοσύνη. Η εκπαίδευση περιλαμβάνει παραδείγματα και διαλόγους ώστε να μην επιτρέπεται καμία σεξουαλική επαφή ή σχετική δραστηριότητα χωρίς προφυλακτικό (Πίνακας 7.4). Η λεπτομερής αναφορά στη σωστή χρήση δεν είναι πλεονασμός, αφού πολλοί έφηβοι δεν γνωρίζουν πώς να το τοποθετήσουν, τι να προσέξουν και πώς να το χρησιμοποιήσουν με αποτέλεσμα τη σημαντική μείωση της αποτελεσματικότητάς του.

Η αναφορά στην επείγουσα αντισύλληψη είναι επίσης ένα σημείο-κλειδί στις συνεδρίες σεξουαλικής αγωγής. Αν και έχουν εκφραστεί ανησυχίες για το αν η γνώση για την επείγουσα αντισύλληψη μπορεί να οδηγήσει σε ανεύθυνη σεξουαλική συμπεριφορά και ελάττωση της χρήσης ασφαλών αντισυλληπτικών μέσων, υπάρχουν τουλάχιστον επτά μελέτες που αποδεικνύουν το αντίθετο. Η επείγουσα αντισύλληψη (Ε.Α.) χορηγείται το συντομότερο δυνατό και οπωσδήποτε μέσα σε 72 ώρες μετά την μη ασφαλή σεξουαλική επαφή. Κυκλοφορούν δύο σκευάσματα στην Ελλάδα σχεδιασμένα για το σκοπό αυτό. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν και μεγάλες δόσεις κοινών αντισυλληπτικών, με περισσότερες ωστόσο παρενέργειες από τα ειδικά σκευάσματα (κυρίως εμέτους). Η Ε.Α. στοχεύει στην αναστολή της ωορρηξίας ή στη μη εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου, και συνεπώς δεν αποτελεί μέθοδο άμβλωσης-η χρήση της δεν ενέχει ηθικά διλήμματα. Η έμμηνος ρύση επανέρχεται μέσα σε επτά ημέρες από την αναμενόμενη ημερομηνία. Συνιστάται αποχή τις πρώτες δύο εβδομάδες μετά τη χρήση Ε.Α., καθώς και έλεγχος για εγκυμοσύνη και ΣΜΝ στο τέλος της περιόδου των δύο αυτών εβδομάδων. Εάν η έφηβος χρησιμοποιεί κάποια ορμονική μέθοδο αντισύλληψης (π.χ. αντισυλληπτικό χάπι) θα πρέπει να τη συνεχίζει κανονικά και ανεξάρτητα από τη λήψη Ε.Α.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο αυνανισμός αποτελεί φυσιολογικό τρόπο έκφρασης της σεξουαλικότητας και μπορεί να παρουσιαστεί από τη νηπιακή ακόμη ηλικία. Απενοχοποιήθηκε από τα μέσα του 20ου αιώνα, ενώ είχαν προηγηθεί γενιές ιατρών που διδάσκονταν στις Ιατρικές Σχολές ότι αποτελεί μια ιδιαίτερα βλαβερή συνήθεια για τη σωματική και ψυχική υγεία των ανθρώπων. Όταν είναι πολύ επίμονος κατά τη νηπιακή ηλικία θα πρέπει να αποκλεισθούν καταστάσεις όπως η οξυουρίαση, το παράτριμμα, η φίμωση, στενά ρούχα κ.α. Η άποψη του Freudότι ο αυνανισμός «απορροφά» την ενέργεια του νηπίου έχει πλέον εγκαταλειφθεί.

Κατά την εφηβεία αποτελεί έκφραση της φυσιολογικής σεξουαλικότητας, ωστόσο όταν συνδυάζεται με ακραίες πράξεις όπως στο σύνδρομο σεξουαλικής ασφυξίας (sexualasphyxiasyndrome), όπου ο έφηβος επιχειρεί να απαγχονιστεί ενώ αυνανίζεται προκειμένου να επιτύχει οργασμό, μπορεί να αποβεί ακόμη και μοιραίος.

Γενικά υπάρχουν ακόμη φοβίες των γονέων γύρω από την πράξη του αυνανισμού, και θα πρέπει να ενθαρρύνονται από τον παιδίατρο να ενημερωθούν σχετικά, και να μοιραστούν τη γνώση αυτή με τα παιδιά τους.

Η χρήση πορνογραφικού υλικού κατά τη διάρκεια της εφηβείας (κυρίως από τα αγόρια) αποτελεί συχνή πρακτική στο πλαίσιο του πειραματισμού και της εξερεύνησης, της ψυχαγωγίας, αλλά και της κάλυψης του ελλείμματος σεξουαλικής αγωγής από την οικογένεια, το σχολείο και τους ειδικούς υγείας. Η ιδιαίτερα δημοφιλής στις ηλικίες αυτές χρήση του διαδικτύου προσφέρει απεριόριστες δυνατότητες, αλλά εγκυμονεί και σχετικούς κινδύνους. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.) σε 529 εφήβους της Αττικής, 19.4% ανέφεραν ότι χρησιμοποιούσαν ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Το υλικό αυτό προορίζεται κυρίως για την ψυχαγωγία των έμπειρων ενηλίκων και όχι για την ενημέρωση των άπειρων εφήβων, με αποτέλεσμα την επίπτωση στη συμπεριφορά και την κοινωνικότητά τους σε αναφερόμενη συχνή εβδομαδιαία χρήση, όπως αποδεικνύει η συγκεκριμένη μελέτη. Επιπλέον, ο έφηβος μπορεί να έρθει σε επαφή με σεξουαλική βία και διάφορες παρεκτροπές, σε μία περίοδο που ακόμη αναπτύσσεται ψυχοκοινωνικά και δεν έχει εγκαταστήσει μηχανισμούς φιλτραρίσματος και αντικειμενικής κριτικής. Η χρήση υπολογιστών στο σχολείο αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα χρήσης τέτοιων ιστοσελίδων.

Γενικά τα αγόρια ωθούνται κοινωνικά να αποδείξουν έμπρακτα τον ανδρισμό τους κατά την εφηβική ηλικία, και στο πλαίσιο αυτό μπορεί να επισκεφθούν οίκους ανοχής με τη συνοδεία του πατέρα ή άλλου άρρενος συνοδού, ή και μόνα τους. Μία τέτοια επαφή δεν έχει ρεαλιστικό υπόβαθρο, ούτε και τη συναισθηματική βάση που προϋποθέτει η ένωση δύο ανθρώπων και προσδίδει στο σεξ- όπως ακριβώς και το πορνογραφικό υλικό- μια «πλαστή» χροιά. Το όλο θέμα αφορά έναν κόσμο σαρκικής επαφής όπου οι γυναίκες είναι πάντα πρόθυμες ή/και αμείβονται για να έχουν σεξουαλική δραστηριότητα και οι άνδρες καλούνται να αποδώσουν τα μέγιστα. Στην περίπτωση βέβαια των οίκων ανοχής προκύπτουν και θέματα υγείας, ασφάλειας κ.λπ.

Ο παιδίατρος καλείται να ενημερώσει τους γονείς και τον άρρενα έφηβο για την φυσιολογική σεξουαλική ωρίμανση, και βέβαια να τονίσει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος βιασύνης. Η σεξουαλική δραστηριότητα θα προκύψει μέσα από τις σχέσεις του με συνομηλίκους και απλά οφείλει στον εαυτό του και τις συντρόφους του να είναι ενημερωμένος και προετοιμασμένος σωστά για κάτι τέτοιο. Σε πολλές παρέες εφήβων η χρήση πορνογραφικού υλικού είναι αδύνατο να αποφευχθεί, ωστόσο όταν δεν είναι πολύ συχνή φαίνεται πως δεν βλάπτει ψυχοκοινωνικά τον έφηβο. Οι κατευθύνσεις που δίνονται στον άρρενα έφηβο για τη σεξουαλικότητα κατά την περίοδο αυτή είναι μείζονος σημασίας για τη λειτουργικότητα των μετέπειτα σχέσεών του, το σεβασμό της συντρόφου και τελικά τη σεξουαλική του ευτυχία.

Η ομοφυλοφιλία είναι ένα από τα θέματα που μπορεί να αντιμετωπίσει ο παιδίατρος και ο ρόλος του είναι εξαιρετικά σημαντικός. Περίπου 2-5% των εφήβων υπολογίζεται πως είναι ομοφυλόφιλοι (ανάλογο ποσοστό με αυτό των ενηλίκων). Μελέτες σε ομοζυγωτικούς και διζυγωτικούς διδύμους ανέδειξαν ότι η επίπτωση της ομοφυλοφιλίας στα αδέλφια είναι σημαντικά συχνότερη στους πρώτους, ωστόσο δεν έχει βρεθεί κάποιος γενετικός παράγοντας που διαφοροποιεί τους ομοφυλόφιλους από τους ετεροφυλόφιλους. Άλλοι ερευνητές σημειώνουν ανατομικές διαφορές στο μέγεθος και τη δομή του υποθαλάμου, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο ενδομήτριο ορμονικό περιβάλλον. Οικογενειακοί, κοινωνικοί και γενικότερα περιβαλλοντικοί παράγοντες έχουν επίσης συμμετοχή και ένα μικρό ποσοστό παιδιών με ατυπία στο κοινωνικό φύλο (αγοροκόριτσα ή αγόρια που παίζουν με κούκλες και τους αρέσει να ντύνονται γυναικεία) μπορεί στο μέλλον να έχουν ομοφυλοφιλική σεξουαλική προτίμηση. Ο γενετικός παράγων φαίνεται να είναι ισχυρός, ωστόσο η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική και το φαινόμενο σύνθετο.

Το γεγονός είναι ότι η ομοφυλοφιλία από το 1973 δεν θεωρείται ψυχική νόσος, αλλά παραλλαγή της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Ο ίδιος ο Freud καθησυχάζει μία μητέρα ομοφυλόφιλου με την περίφημη επιστολή του ήδη από το 1935, διαβεβαιώνοντάς την για τα παραπάνω. Ωστόσο, λόγω του ότι η σεξουαλική αυτή παραλλαγή δεν συμβάλλει στη διαιώνιση του ανθρωπίνου είδους, υπάρχει κοινωνική προκατάληψη και αρνητική αντιμετώπιση των ομοφυλοφίλων.

Κατά την πρώϊμη και μέση εφηβεία, όταν ο σεξουαλικός πειραματισμός βρίσκεται στο ζενίθ του, ενδέχεται να υπάρξουν ομοφυλοφιλικές σκέψεις, όνειρα, φαντασιώσεις ή και πράξεις, οι οποίες δεν σημαίνουν απαραίτητα και ανάλογο προσανατολισμό κατά την υπόλοιπη ζωή. Από στοιχεία μελέτης σε πληθυσμό εφήβων των Η.Π.Α., 10% αναγνώρισαν ότι είχαν τουλάχιστον μία ομοφυλοφιλική εμπειρία και σίγουρα δεν θα εξελιχθούν όλοι σε ομοφυλόφιλους. Ο ομοφυλόφιλος έφηβος καλείται να εξερευνήσει τη σεξουαλικότητά του μέσα από μυστικές διαδικασίες, αισθήματα ενοχής, συναισθήματα ντροπής, που πολλές φορές καθυστερούν την παραδοχή της φύσης του και τον καταπιέζουν οδηγώντας σε αδιέξοδο ένα συχνά ταλαντούχο, λειτουργικό και ικανότατο άτομο. Σε μια άλλη μελέτη των Η.Π.Α., 97% των μαθητών δηλώνουν ότι έχουν ακούσει ομοφοβικά ανέκδοτα και έχουν βιώσει τη λεκτική κακοποίηση τωνομοφυλόφιλων. Επιπλέον, έρευνα σε ομοφυλόφιλους εφήβους αναφέρει ότι 50% εξ’αυτών βίωσαν την απόρριψη των γονέων τους όταν τους ανακοίνωσαν το σεξουαλικό τους προσανατολισμό. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον καλείται ο ομοφυλόφιλος έφηβος να ανακαλύψει τον εαυτό του και ο παιδίατρος μπορεί να αποτελέσει το πρόσωπο-κλειδί για να τον βοηθήσει σε αυτό. Το θέμα είναι εξαιρετικά σημαντικό και εάν ο παιδίατρος θεωρεί ότι λόγω προσωπικών, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων.