Follow Us

HPV

Ποιά είναι τα εμπόδια και ποιές οι πιθανές λύσεις για την ευρύτερη εφαρμογή του HPV εμβολιασμού ;

Tα εμβόλια έναντι του ιού HPV αποτελούν ένα σημαντικό όπλο πρωτογενούς πρόληψης του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, αλλά και άλλων παθολογικών καταστάσεων που σχετίζονται με τον HPV,οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα προσωπικό κόστος και δυσλειτουργία, κακή υγεία ή και θάνατο, αλλά και κοινωνικό –οικονομικό κόστος. Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια των εμβολίων έχει ελεγχθεί και πιστοποιηθεί, ενώ το όφελος από το μαζικό εμβολιασμό έχει επανειλημμένα τονιστεί και υπολογιστεί με μαθηματικά μοντέλα και έγκριτες κλινικές μελέτες.

Ωστόσο τα ποσοστά εμβολιασμού στη χώρα μας δεν είναι όσο υψηλά απαιτείται, καθώς φτάνουν μετά βίας το 40% την Άνοιξη του 2014. Το ποσοστό αυτό είναιχαμηλό σε σύγκριση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες και ήρθε πλέον η στιγμή να αναρωτηθούμε για το «τι συμβαίνει» και έχουμε αυτή την εικόνα σήμερα. Ας ληφθεί υπόψη ότι η Ελλάδα αποτελεί μια προνομιούχο χώρα σχετικά με τον εμβολιασμό αυτό, αφού τα δύο εμβόλια μπορούν να χορηγηθούν δωρεάν από τα Δημόσια Ταμεία στα κορίτσια στην ηλικία κατά την οποία κυρίως συστήνονται (12-15 ετών), αλλά και μέχρι την ηλικία των 26 ετών σε νεαρές γυναίκες που δεν εμβολιάστηκαν κατά την ηλικία σύστασης. Αυτό το προνόμιο βέβαια μπορεί να αποτελεί και ένα ιδιαίτερα «χαλαρό» πλαίσιο εφαρμογής του εμβολιασμού και να οδηγεί σε αντίθετα αποτελέσματα από αυτά στα οποία αρχικά στόχευε, μέσω σκέψεων και ελληνικής αναβλητικής νοοτροπίας όπως «έχω ακόμη καιρό για να το κάνω», «γιατί να βιαστώ» κ.λπ. Επιπλέον, υπάρχουν και οι ενδοιασμοί για τις «παρενέργειες» που παραπληροφοριακά αναφέρθηκαν και υπερτονίστηκαν από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, χωρίς υπευθυνότητα για τις συνέπειες μιας τέτοιας τακτικής.Έτσι, γονείς και παιδιά περιμένουν να καταστεί πιο «σίγουρη» η επιστημονική κοινότητα για τον εμβολιασμό και αφήνουν το χρόνο να περνά και να τους πείσει για την αναγκαιότητα και την ασφάλεια του εμβολίου. Οι γονείς επιπλέον συχνά συνδέουν το εμβόλιο με την έναρξη σεξουαλικής δραστηριότητας των κοριτσιών τους και αδυνατούν να κατανοήσουν πως το κοριτσάκι τους, των 12 ετών, μπορεί να χρειαστεί μια τέτοια προστασία. Οι προβληματισμοί αυτοί επιβεβαιώνονται από τα αποτελέσματα έρευνας της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.) της Β΄ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου αποδεικνύεται ότι ενώ 82% των γονέων γνωρίζουν ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του HPV και του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, μόνο 30%-35% έχουν τελικά εμβολιάσει την κόρη τους.

Τέλος, ας αναφερθούμε στους ειδικούς. Έχουν πειστεί οι παιδίατροι, οι γυναικολόγοι, οι παθολόγοι για την αναγκαιότητα του εμβολιασμού; Και εκεί ίσως βρίσκεται και η απάντηση, αφού πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι η γνώμη του ιατρού είναι αυτή που βαραίνει στην απόφαση των ενδιαφερομένων να εφαρμόσουν πρόληψη ή και συγκεκριμένη θεραπεία. Είναι ακόμη αλήθεια ότι ο ιατρός των εμβολιασμών και της πρόληψης είναι κατ’εξοχήν ο παιδίατρος. Επιπλέον, είναι ο ιατρός που προσεγγίζει περισσότερο από κάθε άλλη ειδικότητα την έννοια του «οικογενειακού ιατρού», βρίσκεται κοντά στην έφηβο και την οικογένεια από τα παιδικά χρόνια, και έχει ψυχοκοινωνικές ευαισθησίες και δυνατότητες-τεχνικές προσέγγισης.

Και ας μην ξεχνάμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ηλικίας-στόχου : των εφήβων. Οι έφηβοι βρίσκονται σε μια ηλικία μεταβατική, μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης και έχουν μοναδικά χαρακτηριστικά και ανάγκες. Ο τρόπος σκέψης τους είναι συγκεκριμένος, με προσκόλληση στο παρόν και σχετική ανωριμότητα στην υποθετική και αφηρημένη σκέψη. Τα παραπάνω οδηγούν στη δυσκολία συνειδητοποίησης των συνεπειών των πράξεών τους και την πεποίθηση ότι είναι «άτρωτοι» και ότι «σε αυτούς δεν πρόκειται να συμβεί τίποτε κακό». Στη βιβλιογραφία τα παραπάνω αναφέρονται ως το φαινόμενο του εφηβικού «προσωπικού μύθου»-thepersonalmyth. Επιπλέον, η εφηβεία είναι η ηλικία του πειραματισμού, της πρόκλησης και των πρωτόγνωρων εμπειριών, καθώς και της επαναστατικότητας έναντι σε κάθε μορφής εξουσία – και πάνω απ’ όλα τη γονεϊκή. Οι ρομαντικές σχέσεις χαρακτηρίζονται από ένταση και εξιδανίκευση του συντρόφου, γρήγορη απογοήτευση και νέα εμπλοκή σε κάτι καινούριο με την ίδια ένταση και ενθουσιασμό. Το φαινόμενο αυτό περιγράφεται στη βιβλιογραφία ως «σειριακή μονογαμία»-serialmonogamy. Mέσα σε όλο αυτό το σκηνικό οι έφηβοι ανακαλύπτουν τη σεξουαλικότητά τους και προχωρούν σε έναρξη της σεξουαλικής τους ζωής χωρίς συχνά να έχουν την αναπτυξιακή ωριμότητα να διαχειριστούν δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν. Επιπλέον, η σχετικά ανεπαρκής ενημέρωση σχετικά με θέματα σεξουαλικής αγωγής στη χώρα μας, τόσο από την οικογένεια, όσο και από το σχολείο, μπορεί να οδηγήσουν σε επιπόλαιες επιλογές και έκθεση σε κινδύνους. Σύμφωνα με έρευνα της Μονάδας Εφηβικής Υγείας, 22% του δείγματος σχολικού εφηβικού πληθυσμού στην Αττική έχει ξεκινήσει σεξουαλική δραστηριότητα με μέση ηλικία έναρξης τα 14,5 έτη, ενώ ένα επιπλέον 51% πειραματίζεται σεξουαλικά με τρόπους εκτός της πλήρους διεισδυτικής επαφής.. Από τους εφήβους του δείγματος ένα 57% αναφέρει μεν ότι χρησιμοποιεί το προφυλακτικό, ωστόσο μόνο το 30% το χρησιμοποιεί σε κάθε επαφή και σε όλη τη διάρκεια της επαφής. Τα παραπάνω στοιχεία τονίζουν την αναγκαιότητααπενοχοποίησης τηςσεξουαλικής αγωγής που ακόμη θεωρείται θέμα «ταμπού» στη χώρα μας και την ανάγκη υπεύθυνης εφαρμογής σχετικών προγραμμάτων.

Συνδέοντας τα παραπάνω με την HPV λοίμωξη, μελέτες υποδεικνύουν ότι η αιχμή της έκθεσης στον ιό είναι στην εφηβική ηλικία, ενώ όσο πιο νωρίς ξεκινήσει η σεξουαλική δραστηριότητα τόσο μεγαλώνει και η πιθανότητα προκαρκινικών αλλοιώσεων και καρκίνου στον τράχηλο της μήτρας στο μέλλον (πιο επιρρεπής είναι η ομάδα κάτω των 16 ετών). Σύμφωνα με έρευνα της Μονάδας Εφηβικής Υγείας (Μ.Ε.Υ.) σε συνεργασία με την Α’ Γυναικολογική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών και των εργαστηρίων Υγιεινής και Επιδημιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Λοιμώξεων του Λαϊκού Νοσοκομείου και Ιολογίας του Νοσοκομείου «Ο Άγιος Σάββας», από σεξουαλικά δραστήριες έφηβες ηλικίας 14 έως 20 ετών που προσήλθαν στη Μ.Ε.Υ., 48% ήταν θετικές σε κάποιον τύπο HPV, ενώ 22% ήταν θετικές σε τύπο υψηλού κινδύνου.

Τα παραπάνω στοιχεία σκιαγραφούν την εικόνα των εφήβων στη χώρα μας σχετικά με την έκθεση στον ιό HPV, ενώ σημαντικό είναι να λάβουμε υπόψη μας και την ανατομική ευαισθησία των εφήβων κοριτσιών λόγω του «εκτρόπιου», δηλαδή της παρουσίας ευαίσθητων κυλινδρικών επιθηλιακών κυττάρων στο εξωτερικό τμήμα του τραχήλου, αλλά και της ανωριμότητας των βλεννογόνων σε σύγκριση με τις ενήλικες γυναίκες.

Αν και όλα τα παραπάνω ενισχύουν σαφώς τους λόγους για τους οποίους είναι σημαντικό να εφαρμοστεί ο εμβολιασμός, ωστόσο είναι εξίσου σημαντικό να μην συσχετισθούν τα εμβόλια με την έναρξη της σεξουαλικής ζωής ή να θεωρηθεί πως δίνουν το «πράσινο φως» για κάτι τέτοιο. Το εμβόλιο είναι προτιμητέο να γίνεται στην ώρα του, δηλαδή στην ηλικία σύστασης (12-15 ετών), και ιδανικότερα στα 12 έτη, για παραπάνω από έναν λόγους που δεν έχουν να κάνουν με την επικείμενη έναρξη σεξουαλικής δραστηριότητας. Οι λόγοι αυτοί σύμφωνα με τη βιβλιογραφία έχουν να κάνουν με την βέλτιστη αντισωματική απάντηση των εφήβων σε σχέση με μεγαλύτερες ηλικίες, αλλά και τις λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες (αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης, ηπιότερος πυρετός). Τελευταίο –αλλά όχι λιγότερο σημαντικό- είναι το να μη χαθεί η ευκαιρία να γίνει το εμβόλιο, αφού μετά τα 14 έτη οι έφηβοι σπάνια χρησιμοποιούν υπηρεσίες υγείας, ενώ εστιάζουν στη σχολική επίδοση, τις δραστηριότητες και το συναρπαστικό ταξίδι τους στις εξερευνήσεις της εφηβικής ηλικίας. Οι γονείς από την άλλη επηρεάζουν όλο και λιγότερο το νεαρό άτομο, είναι συχνά αμήχανοι μπροστά στον καταιγισμό των μεταβολών και συμπεριφορών της εφηβείας και προσπαθώντας τελικά να ισορροπήσουν, μπορεί να αμελήσουν θέματα όπως οι εμβολιασμοί.

Συμπερασματικά, για να πετύχουμε τελικά ευρύτερη εμβολιαστική κάλυψη στη χώρα μας έναντι του HPV,ο εμβολιασμός καλό είναι να γίνει στην ηλικία σύστασης με προτίμηση το χαμηλότερο ηλικιακό όριο των 12 ετών. Είναι σημαντικό γι αυτό να πειστούμε εμείς οι παιδίατροι, αλλά και όλοι οι ειδικοί υγείας που μπορούν να τον εφαρμόσουν (γυναικολόγοι, παθολόγοι, γενικοί ιατροί).Και κάτι τελευταίο : το δίλημμα για το ποιό από τα δύο υπάρχοντα εμβόλια θα προτιμήσουμε δεν θα πρέπει να απασχολεί. Σημασία έχει να γίνει ο εμβολιασμός στην κατάλληλη ηλικία με τελικό στόχο να προσφέρουμε στις νέες της χώρας μας μία προστασία που δικαιούνται και τους αξίζει.